go into

Listen:


Σε αυτή τη σελίδα: go into, go
Ο όρος 'go into' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'go'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'go into' is an alternate term for 'go'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative, informal (discuss, explain [sth])συζητώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αναλύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε λεπτομέρειες)μπαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It's a long story; let's not go into it right now.
 Είναι μεγάλη ιστορία. Ας μην το συζητήσουμε τώρα.
go into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (enter: a building, room)μπαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)εισέρχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I went into the house.
 Μπήκα στο σπίτι.
go into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative, informal (pursue a career in [sth])ασχολούμαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (leave, depart)πηγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη: προτροπή)τράβα ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You'd better go. It's getting late.
 Καλύτερα να πηγαίνεις. Είναι αργά.
 Καλύτερα να φύγεις. Είναι αργά.
go to [sth] vi + prep (proceed to, head for) (σε μέρος)πηγαίνω σε κτ, πάω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 I'm going to London this summer. Anne went to Italy for her holiday last year. Robert goes to the market every Saturday morning.
 Θα πάω στο Λονδίνο φέτος το καλοκαίρι.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move along, advance)κινούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομ: μεγάλη ταχύτητα)τρέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μέσο μεταφοράς, άτομο κλπ)πάω, πηγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The train was going at top speed. Electricity goes along wires.
 Το τρένο πήγαινε με τη μέγιστη ταχύτητα. Το ηλεκτρικό ρεύμα κινείται κατά μήκος των καλωδίων.
 Το τρένο έτρεχε με τη μέγιστη ταχύτητά του.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (extend)φτάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Our property goes all the way down to the river.
 Το κτήμα μας φτάνει μέχρι κάτω στο ποτάμι.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (with adverb: turn out, pass)πηγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The wedding went very well, thank you.
 Ο γάμος πήγε πολύ καλά, ευχαριστώ.
go to [sth] vi + prep (lead to [sth])οδηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)πηγαίνω, πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 These stairs go to the attic.
 Αυτές οι σκάλες οδηγούν στη σοφίτα.
 Αυτές οι σκάλες πάνε στη σοφίτα.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (with adjective: become)γίνομαι ρ συνδβοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.
  (αποδοκιμασίας: κάτι κακό)καταντώ ρ συνδβοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.
Σχόλιο: Συνηθέστερα, χρησιμοποιείται το ρήμα που προκύπτει από το αγγλικό επίθετο, πχ Νομίζω πως τρελαίνομαι.
 I think I'm going crazy.
 Νομίζω ότι καταντώ τρελός.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (with adjective: act in a given way) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται το ρήμα που προκύπτει από το αγγλικό επίθετο.
 They went crazy when they heard the news.
 Αγρίεψαν μόλις άκουσαν τα νέα.
be going to do [sth] v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (future) (μέλλοντας)θα κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πρόκειται να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jake is going to clean the bathroom later.
 Ο Τζέικ θα καθαρίσει το μπάνιο αργότερα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, colloquial (ready)έτοιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σε ετοιμότητα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 All systems are go.
go interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (cheering on a team, participant)ολέ επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 The fans were shouting "Go Steelers!"
go nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (energy)ζωντάνια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)ενεργητικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She's sure got a lot of go.
go nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (try)προσπάθεια, δοκιμή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Can I have a go?
go nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (turn)σειρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It's your go. Here are the dice.
go to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make a move to do)πάω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jake went to brush a stray hair from Leah's cheek, but at that moment she turned away.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (function, perform)λειτουργώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)δουλεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 This fan won't go.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (time: pass) (χρόνος)φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  περνάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Weekends go really fast.
 Τα Σαββατοκύριακα φεύγουν πολύ γρήγορα.
 Τα Σαββατοκύριακα περνούν πολύ γρήγορα.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (tend to be)είμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 As exams go, that wasn't too bad.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be sold) (επίσημο)πωλούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πουλιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The rare book will go quickly at auction.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (pass, fit, enter)περνάω, περνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  χωράω, χωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The couch just won't go through the door.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal, euphemism (relieve yourself)πάω στο μπάνιο, πάω στην τουαλέτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομ, παλαιό: άκομψο)πάω προς νερού μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Excuse me. I've got to go. Is there a bathroom near here?
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (perform an action)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Go like this with your hands.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be valid)ισχύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είναι σωστό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Whatever Mike says, goes.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (say)λέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Boys will be boys, as the saying goes.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." euphemism (die) (ευφημισμός)φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He went just after midnight, with his wife at his side.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (give way, collapse)καταρρέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 There was so much snow the roof went.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (stop working)χαλάω, χαλώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη, αργκό)τα παίζω, τα φτύνω, τα τινάζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The car engine went, so we had to walk home.
go to [sth],
go on [sth]
vi + prep
(be allotted)πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)προορίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 A quarter of their income goes to food.
go to [sb] vi + prep (pass to [sb] in a will)πάω, πηγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  δίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 His house went to the elder son, its contents to the younger.
go into [sth] vi + prep (number: be divisor of)διαιρούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  διαιρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είμαι διαιρέτης ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (καθομιλουμένη)χωράω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 How many times does six go into eighty-four?
 Πόσες φορές δαιρείται το ογδόντα τέσσερα με το έξι;
 Πόσες φορές διαιρεί το έξι το ογδόντα τέσσερα;
go to [sb/sth] vi + prep (be awarded to)πάω σε κπ/κτ, πηγαίνω σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  (επίσημο)απονέμομαι σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 And the Oscar goes to Steve McQueen!
go to [sth] vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (resort: to [sth])κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They went to great effort to get here on time.
go to [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (consult, ask a favor of)στρέφομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
go into | go
ΑγγλικάΕλληνικά
go into a decline v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (deteriorate)επιδεινώνομαι, χειροτερεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The economy is forecast to go into a decline.
go into detail v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (elaborate, recount more fully) (συχνά περιττές)μπαίνω σε λεπτομέρειες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επεξήγηση)δίνω περισσότερες λεπτομέρειες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γίνομαι πιο λεπτομερής ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Without going into detail, tell me why the cookie jar is empty. I don't understand this question. Could you go into more detail?
go into hiding v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (conceal oneself, be reclusive)κρύβομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The gang members are believed to have gone into hiding.
go into labor (US),
go into labour (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(start giving birth)ξεκινάει ο τοκετός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)με πιάνουν οι πόνοι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ξεκίνημα)γεννάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
go into raptures v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be ecstatic)εκστασιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The crowd went into raptures when the new car was unveiled.
go into raptures about [sth],
go into raptures over [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be ecstatic)εκστασιάζομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  ενθουσιάζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'go into' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση go into στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'go into'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης