go for

Listen:


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go for [sth] vi + prep informal (choose)επιλέγω, διαλέγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προτιμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She went for the blue car instead of the red one.
 Διάλεξε το μπλε αντί για το κόκκινο αυτοκίνητο.
go for [sth] vi + prep (journey, ride: take)πηγαίνω, πάω, κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let's go for a ride in my new car.
 Ας πάμε (or: κάνουμε) μια βόλτα με το καινούριο μου αυτοκίνητο.
go for [sth] vi + prep (swim, walk, run: do)πηγαίνω για κτ, πάω για κτ ρ αμ + πρόθ
 I would go for a run, but it's starting to rain.
go for [sth] vi + prep (fetch)πηγαίνω να φέρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Why don't you and Phil go for some beer?
 Γιατί δεν πάτε να φέρετε λίγη μπύρα με τον Φιλ;
go for [sb/sth] vi + prep informal (attack)επιτίθεμαι, ορμάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)την πέφτω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Suddenly the dog went for him, snarling fiercely.
 Ξαφνικά, του όρμησε ο σκύλος γρυλίζοντας άγρια.
go for [sth] vi + prep informal (be sold for: a given price) (καθομ: προς, για, σε)φεύγω, δίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πουλιέμαι, πωλούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The Picasso painting went for $100 million.
 Ο πίνακας του Πικάσο πουλήθηκε για 100 εκατομμύρια δολάρια.
go for [sth] vi + prep slang (try to achieve) (καθομιλουμένη)πάω για κτ, πηγαίνω για κτ ρ αμ + πρόθ
 That athlete is going for the gold medal.
 Αυτός ο αθλητής πηγαίνει για το χρυσό μετάλλιο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
go in for [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (tend to enjoy)απολαμβάνω, διασκεδάζω, ευχαριστιέμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
go for a drive v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take: car trip)πάω μια βόλτα με το αυτοκίνητο, πάω βόλτα με το αυτοκίνητο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (γενικά)πάω μια βόλτα, πάω βόλτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, σπάνιο)πάω αυτοκινητάδα, κάνω αυτοκινητάδα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Let's go for a drive to the beach with our children.
go for a ride v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take: car, bike trip) (με αυτοκίνητο ή μηχανή)πάω μια βόλτα με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (γενικά)πάω μια βόλτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Απαιτείται διευκρίνιση του μεταφορικού μέσου.
 I'm bored; let's go for a ride by the coast.
go for a slash v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, slang, vulgar (urinate)πάω να κατουρήσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αργκό)πάω να ρίξω ένα κατούρημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I had drunk so much that night, I just needed to go for a slash, and let it all out.
go for a walk v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take a stroll)κάνω έναν περίπατο, πάω έναν περίπατο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κατά λέξη)πάω μια βόλτα με τα πόδια, κάνω μια βόλτα με τα πόδια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (γενικά)πάω μια βόλτα, κάνω μια βόλτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Imogen went for a walk to get some fresh air.
 Η Ίμοτζεν έκανε έναν περίπατο για να πάρει λίγο φρέσκο αέρα.
 Η Ίμοτζεν πήγε μια βόλτα για να πάρει λίγο φρέσκο αέρα.
go for a walk v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (go missing) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)πάω περίπατο, κάνω φτερά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)εξαφανίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 My wallet seems to have gone for a walk; have you seen it?
 Το πορτοφόλι μου φαίνεται πως εξαφανίστηκε · το είδατε;
go for a whirl v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (short car ride)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
go for broke v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (take a big risk to attain [sth])παίρνω μεγάλο ρίσκο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)τα παίζω όλα για όλα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
go for it! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (encouragement)κάντο! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  εμπρός! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  τόλμησέ το! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 You want to buy a new car? I say go for it!
go for the jugular v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (attack [sb])επιτίθεμαι σε κπ ρ μ + πρόθ
  κάνω επίθεση ρ μ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'go for' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση go for στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'go for'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης