go by

Listen:


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go by vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (time: pass)περνάω, περνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: επίσης περνάω
 I can't believe the holiday is already over. Time went by too quickly!
 Δεν μπορώ να πιστέψω ότι οι διακοπές τέλειωσαν κιόλας. Πέρασε πολύ γρήγορα ο καιρός!
go by vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (move past)περνάω, περνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The crowd watched as the parade went by.
 Το πλήθος παρακολουθούσε καθώς περνούσε η παρέλαση.
go by [sth/sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (move past)περνάω από κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
  (συχνά ενώ δεν έπρεπε)περνάω, προσπερνάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The funeral procession went by the town hall.
 Η νεκρική πομπή πέρασε απ' το δημαρχείο.
go by [sth] vi + prep informal (use as guide)ακολουθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σύμφωνα με κτ επίρ + πρόθ
 Going by the map, the hotel should be on the corner of the next street on the right.
 Ακολουθώντας το χάρτη, το ξενοδοχείο θα πρέπει να είναι στη γωνία του επόμενου δρόμου στα δεξιά.
 Σύμφωνα με το χάρτη, το ξενοδοχείο θα πρέπει να είναι στη γωνία του επόμενου δρόμου στα δεξιά.
go by [sth] vi + prep (use for transport)πηγαίνω με κτ, πάω με κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεγάλη απόσταση)ταξιδεύω με κτ ρ αμ + πρόθ
  (συχνά)μετακινούμαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 Steve went by train to Oxford.
 Ο Στηβ πήγε με τρένο στην Οξφόρδη.
 Ο Στηβ ταξίδεψε με τρένο στην Οξφόρδη.
go by (the name of) [sth] vi + prep (be known as)είμαι γνωστός ως κτ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The criminal goes by the nickname of 'The Black Cat'.
 Ο εγκληματίας είναι γνωστός με το παρατσούκλι «Η Μάυρη Γάτα».
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'go by' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση go by στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'go by'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης