go back

Listen:


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go back vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (return)ξαναπάω, ξαναπηγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  επιστρέφω, γυρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Frank left his wallet at home and had to go back to get it.
 Ο Φρανκ ξέχασε το πορτοφόλι του στο σπίτι και έπρεπε να επιστρέψει για να το πάρει.
go back to [sth] vi phrasal + prep (return to: a place)ξαναπάω σε κτ, ξαναπηγαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  επιστρέφω σε κτ, γυρίζω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 I'd like to go back to Paris one day.
 Θα μου άρεσε να ξαναπάω στο Παρίσι κάποια μέρα.
go back to [sth] vi phrasal + prep (revert)επιστρέφω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Ted seems to have gone back to his bad habits of drinking and gambling.
 Ο Τεντ φαίνεται να επέστρεψε στις κακές συνήθειες του ποτού και του τζόγου.
go back to [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (return: to partner)γυρίζω σε κπ, ξαναγυρίζω σε κπ, επιστρέφω σε κπ ρ αμ + πρόθ
  γυρίζω πίσω σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η Ελένη ξαναγύρισε στον πρώην άντρα της.
go back to doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (revert to doing [sth])ξαναρχίζω να κάνω κτ, ξαναξεκινάω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κακή συνήθεια)ξανακυλάω σε κτ ρ αμ + προθ
 Sheila went back to using drugs.
 Η Σίλα ξανακύλησε στα ναρκωτικά.
go back vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (clock: move back an hour)πάω προς τα πίσω, πηγαίνω προς τα πίσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω πίσω, κάνω προς τα πίσω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 In the UK, the clocks go back by one hour at the end of British Summer Time.
go back vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (be in the past) (στο παρελθόν)πάω πίσω ρ αμ + επίρ
  φτάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 My grandmother's memories go back a long way.
 Οι αναμνήσεις της γιαγιάς μου πάνε πολύ πίσω.
go back to [sth] vi phrasal + prep (be in the past)χρονολογούμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)είμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 That song goes back to the Second World War.
 Το τραγούδι αυτό είναι από τον 'Β Παγκόσμιο Πόλεμο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
go back over [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (review, revise) (μεταφορικά)ξαναβλέπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ξαναελέγχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάνω αλλαγές)αναθεωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Mick is going over his notes to prepare for the exam.
go back over [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (events: recall)θυμάμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ανατρέχω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The police officer asked the witness to go back over what he had seen.
go back over [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (work: redo)ξανακάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The teacher asked Rosa to go back over her essay and correct the spelling mistakes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
go back and forth v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (move to and fro)πηγαινοέρχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Mario was having treatment for cancer and was going back and forth to hospital.
go back and forth v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (vacillate)αμφιταλαντεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Ian was going back and forth about whether this was the right thing for him.
go back on a promise v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (break your word)δεν κρατάω την υπόσχεσή μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν τηρώ την υπόσχεσή μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)πατάω την υπόσχεσή μου, πατάω το λόγο μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I can't believe that you, my own brother, would go back on your promise to loan me the money.
go back on your word v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not keep a promise)δεν κρατάω το λόγο μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)πατάω το λόγο μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Janice went back on her word to help me with the cooking.
go back to bed v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (return to bed)πάω πίσω στο κρεβάτι, ξαναπέφτω στο κρεβάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When I saw it was raining outside I decided to go back to bed.
go behind [sb]'s back v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (act without [sb]'s knowledge) (μεταφορικά)κάνω κάτι πίσω από την πλάτη άλλου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Don't go behind her back; if you think she's wrong, tell her directly.
 Μην κάνεις τίποτα πίσω από την πλάτη της· αν θεωρείς ότι κάνει λάθος, πες της το στα ίσια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'go back' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση go back στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'go back'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης