given

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgɪvən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈgɪvən/ ,USA pronunciation: respelling(givən)

From the verb give: (⇒ conjugate)
given is: Click the infinitive to see all available inflections
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: given, give

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
given adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (specified)συγκεκριμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  ορισμένος, καθορισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  δοθείς μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 You can easily split the table into a given number of columns.
 Μπορείς εύκολα να χωρίσεις τον πίνακα σε ένα συγκεκριμένο αριθμό στηλών.
given preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (granted, considering)δεδομένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Given his reputation, I'm not sure we should hire him.
 Δεδομένης της φήμης του, δεν είμαι σίγουρος ότι θα πρέπει να τον προσλάβουμε.
given to doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (tending to do) (να κάνω κάτι)τείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  έχω την τάση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She is much given to staying out late.
 Έχει την τάση να μένει έξω μέχρι αργά.
given nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (obvious fact)δεδομένο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It's a given that he'll be late for the wedding.
 Είναι δεδομένο ότι θα αργήσει για τον γάμο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hand, pass: [sb] [sth](κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Could you give me that book over there, please?
 Θα μπορούσες να μου δώσεις εκείνο εκεί το βιβλίο, σε παρακαλώ;
give [sth] to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hand, pass: [sth] to [sb](κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Can you give that book to me?
 Μπορείς να μου δώσεις εκείνο το βιβλίο;
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (as a gift) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δωρίζω, χαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω δώρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She gave me a tie for my birthday.
 Μου έδωσε μια γραβάτα για τα γενέθλιά μου.
 Μου δώρισε (or: χάρισε) μια γραβάτα για τα γενέθλιά μου.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Can you give me something to eat?
 Μπορείς να μου δώσεις κάτι να φάω;
give [sb] [sth],
give [sb] [sth] for [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(pay) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'll give you five hundred dollars for that car.
 Θα σου δώσω πεντακόσια δολάρια για εκείνο το αυτοκίνητο.
give [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (supply)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)παρέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The furnace gives heat to the entire house.
 Η θερμάστρα δίνει θερμότητα σε όλο το σπίτι.
 Η θερμάστρα παρέχει θερμότητα σε όλο το σπίτι.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (assign, allot) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After three interviews she was given the job.
 Μετά από τρεις συνεντεύξεις, της έδωσαν τη δουλειά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
give nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (tendency to yield)περιθώριο να υποχωρήσω β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The floor has a bit of give in it.
 Το πάτωμα υποχωρεί λιγάκι.
give viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (contribute)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)συνεισφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please give generously.
give viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (compromise)υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Someone has to give or we'll be here all night.
give viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (yield under pressure)υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)πάω πίσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This door gives when you lean on it.
give viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (collapse)διαλύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The chair gave underneath him.
give [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (present, perform)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She's giving a piano concert tonight.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (place in [sb]'s care) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I gave them the house keys for the week.
give [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (utter) (καθομιλουμένη)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He gave a shout and ran towards her.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cause) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προκαλώ, προξενώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It gives me great pleasure to welcome you tonight.
give [sth] to [sth],
give [sth] for [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(donate) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δωρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παραχωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He gave his heart and lungs to science.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (infect) (καθομ: κάτι σε κάποιον)κολλάω, κολλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μεταδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She's given me her cold.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (deliver) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Give them our fondest regards.
give [sth] to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (inflict) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  τιμωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ: τιμωρία)βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He gave detention to the whole class.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (administer) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)χορηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 How much aspirin should I give her?
give [sth] to [sth],
give [sth] for [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(devote) (κάτι σε/για κάτι)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She gave her life to the human rights movement.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make pregnant) (κάτι σε κάποιον)χαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Her husband gave her two boys within three years of the wedding.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
given | give
ΑγγλικάΕλληνικά
get a thrashing,
take a thrashing,
be given a thrashing
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be defeated: at sport, etc.)κατατροπώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)με κάνουν σκόνη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, μτφ)τρώω μεγάλη ήττα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The Democrats took a thrashing on Election Day.
given half a chance,
given half the chance
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
figurative, informal (if allowed, able)αν είχα και την παραμικρή ευκαιρία, αν μου δινόταν και η παραμικρή ευκαιρία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I would take that job, given half a chance.
given name nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (first name)μικρό όνομα επίθ + ουσ ουδ
  (για Χριστιανούς)βαφτιστικό επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 Mrs. Johnson's given name is Edith.
 Το μικρό όνομα της κυρίας Τζόνσον είναι Έντιθ.
given names nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (first, middle names)μικρά ονόματα επίθ + ουσ ουδ
 Mr. Wilson's given names are Howard and Nicholas.
 Τα μικρά ονόματα του κύριου Γουίλσον είναι Χάουαρντ και Νίκολας.
given that conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (in view of the fact that)με δεδομένο ότι, δεδομένου ότι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Given that you weren't really listening, I see why you don't understand.
 Δεδομένου ότι δεν πρόσεχες και πολύ, μπορώ να αντιληφθώ γιατί δεν καταλαβαίνεις.
given the circumstances advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in view of the situation)δεδομένης της κατάστασης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  υπό αυτές τις συνθήκες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεδομένων των περιστάσεων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
God given,
God-given
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(welcomed or cherished)θεόσταλτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  θείο δώρο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies.
God given,
God-given
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(inborn, natural) (μτφ: χάρισμα, ταλέντο)θεόσταλτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  έμφυτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)από φυσικού μου φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies.
it's a given exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (it's a fact)είναι δεδομένο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  είναι σίγουρο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 There is going to be a big line-up for tickets: it's a given. It's a given that junk food is not good for your health.
take a bashing,
get a bashing,
receive a bashing,
be given a bashing
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be attacked verbally, in writing)δέχομαι αρνητική κριτική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (λεκτική, φραστική)δέχομαι επίθεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη: όχι άτομο)με θάβουν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The movie took a bashing from the critics.
 Οι κριτικοί έθαψαν την ταινία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'given' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: that is a given, your given name, the [fact, idea] is a given, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση given στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'given'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης