give

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgɪv/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/gɪv/ ,USA pronunciation: respelling(giv)

Inflections of 'give' (v): (⇒ conjugate)
gives
v 3rd person singular
giving
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
gave
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
given
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hand, pass: [sb] [sth](κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Could you give me that book over there, please?
 Θα μπορούσες να μου δώσεις εκείνο εκεί το βιβλίο, σε παρακαλώ;
give [sth] to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hand, pass: [sth] to [sb](κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Can you give that book to me?
 Μπορείς να μου δώσεις εκείνο το βιβλίο;
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (as a gift) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δωρίζω, χαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω δώρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She gave me a tie for my birthday.
 Μου έδωσε μια γραβάτα για τα γενέθλιά μου.
 Μου δώρισε (or: χάρισε) μια γραβάτα για τα γενέθλιά μου.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Can you give me something to eat?
 Μπορείς να μου δώσεις κάτι να φάω;
give [sb] [sth],
give [sb] [sth] for [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(pay) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'll give you five hundred dollars for that car.
 Θα σου δώσω πεντακόσια δολάρια για εκείνο το αυτοκίνητο.
give [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (supply)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)παρέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The furnace gives heat to the entire house.
 Η θερμάστρα δίνει θερμότητα σε όλο το σπίτι.
 Η θερμάστρα παρέχει θερμότητα σε όλο το σπίτι.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (assign, allot) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After three interviews she was given the job.
 Μετά από τρεις συνεντεύξεις, της έδωσαν τη δουλειά.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
give nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (tendency to yield)περιθώριο να υποχωρήσω β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The floor has a bit of give in it.
 Το πάτωμα υποχωρεί λιγάκι.
give viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (contribute)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)συνεισφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please give generously.
give viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (compromise)υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Someone has to give or we'll be here all night.
give viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (yield under pressure)υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)πάω πίσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This door gives when you lean on it.
give viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (collapse)διαλύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The chair gave underneath him.
give [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (present, perform)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She's giving a piano concert tonight.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (place in [sb]'s care) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I gave them the house keys for the week.
give [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (utter) (καθομιλουμένη)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He gave a shout and ran towards her.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cause) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προκαλώ, προξενώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It gives me great pleasure to welcome you tonight.
give [sth] to [sth],
give [sth] for [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(donate) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δωρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παραχωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He gave his heart and lungs to science.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (infect) (καθομ: κάτι σε κάποιον)κολλάω, κολλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μεταδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She's given me her cold.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (deliver) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Give them our fondest regards.
give [sth] to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (inflict) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  τιμωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ: τιμωρία)βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He gave detention to the whole class.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (administer) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)χορηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 How much aspirin should I give her?
give [sth] to [sth],
give [sth] for [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(devote) (κάτι σε/για κάτι)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She gave her life to the human rights movement.
give [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make pregnant) (κάτι σε κάποιον)χαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Her husband gave her two boys within three years of the wedding.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
give [sth] away vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (make a gift)χαρίζω, δωρίζω, δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She put her old clothes in a bag and gave them away.
 Έβαλε τα παλιά της ρούχα σε μια τσάντα και τα χάρισε.
give [sth] away vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative (reveal)προδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)καρφώνω, δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When you tell a joke, you can't give away the punch line until the end.
 Όταν λες ένα ανέκδοτο δεν πρέπει να προδίδεις το καλύτερο σημείο πριν απ' το τέλος.
give [sth] back,
give [sth] back to [sb]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(return: [sth] to [sb])επιστρέφω, δίνω πίσω, γυρίζω πίσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Did you give me back the pen I lent you? You took my sweater? Give it back!
 Μου επέστρεψες το στυλό που σου δάνεισα; Πήρες το πουλόβερ μου; Δώσε το μου πίσω!
give in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (surrender, admit defeat)παραδίδομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I give in; it's just too difficult.
 Παραδίνομαι· είναι υπερβολικά δύσκολο.
give in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (yield: to feeling, temptation)ενδίδω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  υποκύπτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She is trying to avoid sweets, but if you tempt her with chocolate, she always gives in.
 Προσπαθεί να αποφεύγει τα γλυκά, αλλά αν τη δελεάσεις με σοκολάτα πάντα ενδίδει.
give in to [sth] vi phrasal + prep (yield: to feeling, temptation) (συναίσθημα)παραδίνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  παραδίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (πειρασμός)ενδίδω σε κτ, υποκύπτω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  υποκύπτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The children wanted to stay up until midnight, but one by one, they gave in to sleep.
 Τα παιδιά ήθελαν να μείνουν ξύπνια μέχρι τα μεσάνυχτα, αλλά το ένα μετά το άλλο, παραδόθηκαν.
 Τα παιδιά ήθελαν να μείνουν ξύπνια μέχρι τα μεσάνυχτα, αλλά το ένα μετά το άλλο, υπέκυψαν.
give in to [sb/sth] vi phrasal + prep (submit, surrender)ενδίδω σε κτ, υποκύπτω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 After the last scandal, the mayor gave in to the pressure and resigned.
 Μετά το τελευταίο σκάνδαλο, ο δήμαρχος υπέκυψε στις πιέσεις και παραιτήθηκε.
give [sth] off vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (emit: heat, smell)εκπέμπω, αναδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Judy gives off a strong smell of perfume when she passes by.
 Όταν περνάει η Τζούντυ αναδίδει μια έντονη μυρωδιά κολόνιας.
give out [sth],
give [sth] out
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(heat, warmth: radiate)εκπέμπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
give out [sth],
give [sth] out
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(distribute)διανέμω, μοιράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The teacher gives out the worksheets to the students.
 Ο δάσκαλος μοιράζει τα τετράδια εργασίας στους μαθητές.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
give a big hand v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (applaud enthusiastically)χειροκροτώ θερμά ρ μ + επίρ
couldn't-give-a-damn attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, potentially offensive (apathy, lack of concern)ωχαδερφισμός, ζαμανφουτισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 There's no way I'd hire him with his couldn't-give-a-damn attitude.
 Δεν υπάρχει περίπτωση να τον προσλάβω με τέτοιο ζαμανφουτισμό που επιδεικνύει.
credit where it's due,
to give credit where it's due
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(expressing reluctant praise) (καθομιλουμένη)για να λέμε και του στραβού το δίκιο εκφρ
 She wasn't the nicest boss, but credit where it's due, she did increase profits.
flip [sb] the bird,
flip the bird at [sb],
give [sb] the bird
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
US, slang (make vulgar middle-finger gesture) (καθομ, χυδαίο, προσβλητικό)κάνω κωλοδάχτυλο σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
give [sb] a bad name v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (damage [sb]'s reputation) (ανεπίσημο, μεταφορικά)χαλάω το όνομα κάποιου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  σκεβρώνω τη φήμη κάποιου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Your behaviour is giving me a bad name in the neighbourhood!
give [sb] a bell v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, slang (phone [sb](αργκό)χτυπάω τηλέφωνο σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)παίρνω κπ στο τηλέφωνο, παίρνω κπ τηλέφωνο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Give me a bell when you need picking up from the station.
give a boost to [sth/sb],
give [sth/sb] a boost
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(assist, encourage) (μεταφορικά)δίνω ώθηση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  ενισχύω, τονώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βοηθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The advertisement gave a boost to the company's sales.
give [sb] a call v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (phone [sb])τηλεφωνώ σε κπ ρ μ + προθ
  παίρνω κπ τηλέφωνο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  παίρνω κπ στο τηλέφωνο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
give [sb] a complex v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make self-conscious)προκαλώ κόμπλεξ σε κπ, δημιουργώ κόμπλεξ σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 If you keep mentioning her weight, you'll give her a complex.
give a damn v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (care)νοιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  με νοιάζει ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 I don't give a damn that my ex has a new girlfriend!
not give a darn v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, informal, euphemism (not care) (καθομιλουμένη)δε δίνω δεκάρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δε με νοιάζει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Most commonly used in the negative and in questions
 Frankly, I don't give a darn about politics.
 Ειλικρινά δε δίνω δεκάρα για την πολιτική.
not give a fig v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (not care, be unconcerned) (μεταφορικά, καθομ: για κάτι)δεν δίνω μία, δεν μου καίγεται καρφάκι, δεν δίνω δεκάρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, υβριστικό: για κάτι)χέστηκα ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
not give a f*** v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." vulgar, offensive, slang (not care) (αργκό)δίνω δεκάρα, δίνω μία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  νοιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  με νοιάζει ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I don't give a f*** what you think.
 Δε με νοιάζει τι σκέφτεσαι.
give [sb] a good telling-off,
give [sb] a good telling off
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (reprimand) (αργκό)τα χώνω σε κπ, τη λέω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When the boss found out what had happened, Sally was taken into the office and given a good telling-off.
give [sb] a hand v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (help [sb](σε κάποιον)δίνω ένα χέρι, δίνω ένα χεράκι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (κάποιον)βοηθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)δίνω ένα χέρι βοηθείας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I needed help carrying the wardrobe and the neighbour gave me a hand.
 Χρειαζόμουν βοήθεια για να μεταφέρω την ντουλάπα και ο γείτονας μου έδωσε ένα χέρι.
 Χρειαζόμουν βοήθεια για να μεταφέρω την ντουλάπα και ο γείτονας με βοήθησε.
give [sb] a hand,
give a hand to [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (applaud) (κάποιον)χειροκροτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω παλαμάκια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Let's give a big hand to our next act.
 Ας χειροκροτήσουμε δυνατά για το επόμενο νούμερο.
give [sb] a handout,
give a handout to [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(give financial aid)βοηθώ οικονομικά ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
give [sb] a hard time v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (treat harshly)δυσκολεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They gave me a hard time at the interview.
give [sb] a hard time about [sth],
give [sb] a hard time over [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (berate)μαλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)τα ακούω από κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (επίσημο)επιπλήττω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My dad gave me a hard time about not finishing my homework.
give [sb] a heads-up,
give [sb] a heads up,
give a heads-up to [sb],
give a heads up to [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (inform, warn [sb])ενημερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ενημερώνω κπ εκ των προτέρων έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (για κάτι κακό)προειδοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
give [sb] a helping hand,
give a helping hand to [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(assist, help)βοηθώ, συμπαραστέκομαι, συντρέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You should give a helping hand to the needy.
give [sb] a kicking v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (attack physically, beat)δίνω κλοτσιά σε κπ, ρίχνω κλοτσιά σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο)χώνω κλοτσιά σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
give [sb] a kicking v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (defeat [sb](μεταφορικά, ανεπίσημο)βγάζω κπ νοκ άουτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κατατροπώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
give [sb] a kicking v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (criticize [sb] heavily) (αργκό)τα χώνω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The film critic gave the director a kicking for the boring film.
give a piggyback,
give a piggyback to [sb],
give [sb] a piggyback
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (carry [sb] on your back)παίρνω κπ στους ώμους μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (τοπική διάλεκτος)παίρνω κπ μπορμπόλια, παίρνω κπ καλικούτσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My ankle hurts - please give me a piggyback.
give [sb] a raise,
give a raise to [sb] (US),
give [sb] a rise,
give a rise to [sb] (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (increase [sb]'s pay)δίνω αύξηση σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
give a reading v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (read [sth] publicly)κάνω δημόσια ανάγνωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  διαβάζω σε κοινό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
give [sb] a ride,
give a ride to [sb] (US),
give [sb] a lift,
give a lift to [sb] (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (take in car)πάω κπ κάπου με το αυτοκίνητο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πετάω κπ κάπου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'll give you a ride to the airport.
give [sb] a rocket v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, informal (reprimand [sb] severely) (ανεπίσημο)τα χώνω σε κπ, τα ψέλνω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Jim's boss gave him a rocket for losing the data.
give a second thought to [sth/sb],
give [sth/sb] a second thought
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (consideration)δεν σκέφτομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (εμφατικός τύπος, μεταφορικά)δεν δίνω δεκάρα, δεν μου καίγεται καρφί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Often used in the negative.
 Most people don't give a second thought to the problems of the homeless.
not give a s*** v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." vulgar, slang (not care) (μεταφορικά)δεν δίνω δεκάρα, δεν δίνω δεκάρα τσακιστή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δεν μου καίγεται καρφί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (παλαιό)δεν δίνω διάρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Most commonly used in the negative and in questions.
 Sally said she doesn't give a s*** what her unfaithful ex-husband does with his time.
give [sth] a shot v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (try)κάνω μια προσπάθεια σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δίνω μια ευκαιρία σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κάνω μια απόπειρα να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He gave the auditions a shot, but ultimately failed. I gave that book a shot, but I stopped reading it because I wasn't interested.
give [sb] a shout-out,
give a shout-out to [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (acknowledge by name)κάνω μνεία σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Στην καθομιλουμένη δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία και απαιτείται πιο γενικευμένη απόδοση, πχ «Κατά την ομιλία του ο μαθητής ευχαρίστησε τους καθηγητές που τον ενθάρρυναν».
 During his speech, the student gave a shout-out to the teachers who had encouraged him.
give a talk v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (conduct a speech or lecture)βγάζω λόγο, πραγματοποιώ ομιλία ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 On Monday I have to give a talk about the work I did over the summer.
give [sb] a talking-to v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (reprimand, scold [sb](καθομιλουμένη)τα λέω ένα χεράκι σε κπ εκφρ
give a toss v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, slang, vulgar (care) (μεταφορικά)δίνω δεκάρα, δίνω μία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)μου καίγεται καρφί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  νοιάζομαι, ενδιαφέρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: most commonly used in the negative and in questions
 Do I look like someone who gives a toss? I don't give a toss why you're late; you're fired anyway!
give [sth] a try v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (attempt)δοκιμάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω μια δοκιμή, κάνω μια προσπάθεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 If you've never gone skiing, you should give it a try.
give [sth] a try v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (sample)δοκιμάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You shouldn't say you hate sushi without giving it a try first.
give [sth] a whirl v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (try [sth] new)δοκιμάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω μια δοκιμή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Judith had never been surfing before, but she thought she'd give it a whirl.
give advice v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (suggest or recommend [sth])δίνω συμβουλή, παρέχω συμβουλή ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  συμβουλεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
give aid to [sb/sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (provide charity)βοηθάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δίνω βοήθεια σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Some criminals ease their conscience by giving aid to the poor.
give [sb/sth] airtime,
give airtime to [sb/sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(TV, radio: publicize)βγάζω στον αέρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μόνο τηλεόραση)δίνω τηλεοπτικό χρόνο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
give and take,
give-and-take
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (compromise)αμοιβαίες υποχωρήσεις επίθ + ουσ θηλ πλ
 Marriage is all about give and take between the partners.
give as a pretext vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make an excuse of)χρησιμοποιώ ως δικαιολογία, ως πρόσχημα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She gave being tired as a pretext for escaping from the boring party.
give assurance that vtr + n (with clause: guarantee) (ότι/πως)εγγυώμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
give assurance of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (guarantee [sth])δίνω εγγυήσεις για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εγγυώμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
give your assurance that,
give [sb] your assurance that
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(with clause: guarantee) (σε κάποιον ότι/πως)εγγυώμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
give birth vtr + n (have a baby)γεννάω, γεννώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Sarah gave birth on Tuesday.
 Η Σάρα γέννησε την Τρίτη.
give birth to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (woman: to baby)γεννάω, γεννώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  , γεννώ β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Emily gave birth to twin girls last Saturday.
 Η Έμιλυ γέννησε δίδυμα κορίτσια το περασμένο Σάββατο.
give birth vtr + n (animal: have offspring)γεννάω, γεννώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
give birth to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (animal: to young)γεννάω, γεννώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
give birth to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (create, bring about) (μεταφορικά)δημιουργώ, γεννάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Henry Ford gave birth to the automotive industry.
give [sb] chapter and verse on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (tell [sb] [sth] in detail)τα λέω χαρτί και καλαμάρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  εξηγώ αναλυτικά κτ σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
give chase vtr + n (pursue, run after [sb], [sth])κυνηγάω, κυνηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The dogs gave chase.
give [sb] comfort,
give comfort to [sb]
vtr + n
(console, reassure)καθησυχάζω, παρηγορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Religion often gives comfort to people in times of trouble.
give consent vtr + n (agree to [sth])συγκατατίθεμαι, συναινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you're aged 18 or under, your parents or guardians will need to give their consent.
give credence to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (accept as the truth)προσδίδω αξιοπιστία ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You can't possibly give credence to the word of a man who's a notorious liar!
give [sb] credit,
give [sb] credit on [sth]
vtr + n
(allow delayed payment) (χρήματα)δίνω πίστωση, παρέχω πίστωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I soon regretted giving him credit on that purchase.
give [sb] credit for [sth],
give [sb] credit for doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(acknowledge)αναγνωρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Teresa gave Simon credit for admitting responsibility for the mistake.
give credit to [sb] for [sth],
give credit to [sb] for doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(acknowledge)δίνω τα εύσημα σε κπ για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αποδίδω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 Many commentators have given credit to Karzai for leading the country to recovery.
give [sb] credit,
give [sb] some credit
vtr + n
(recognize worth)αναγνωρίζω την αξία κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'm not that stupid; give me some credit!
 Δεν είμαι τόσο χαζός! Αναγνώρισε λίγο την αξία μου!
give directions vtr + npl (describe a route)δίνω οδηγίες ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They give directions to tourists looking for the mausoleum.
give directions vtr + npl (explain how to do [sth])δίνω οδηγίες ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I gave him directions on how to fix the tap but it's still leaking.
give encouragement vtr + n (offer moral support, cheer [sb] on)βοηθώ, συμπαραστέκομαι, συντρέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Mary always gives encouragement to her students.
give [sb] every assurance,
give [sb] every assurance that
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(guarantee)διαβεβαιώ πλήρως ρ μ + επίρ
give evidence vtr + n (testify in a court of law)δίνω ως στοιχείο ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The witness gave evidence that the defendant was indeed guilty of murder.
give ground vtr + n figurative (concede, yield)υποχωρώ, παραχωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He was so stubborn he would never give ground on any argument.
give [sb] hell vtr + n slang (reprimand [sb] severely) (αργκό: σε κπ)τα χώνω, τη λέω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, άκομψο)ξεχέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you keep doing the opposite of what dad tells you, he's going to give you hell one day.
give [sb] help vtr + n (assist)βοηθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο: σε κπ)παρέχω βοήθεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συντρέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
give information to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (guide, advise)συμβουλεύω, καθοδηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The doctor gave information about the outbreak to all the patients who came to see him.
give information to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (tell: the police) (στην αστυνομία)δίνω πληροφορίες ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Anyone who can give information to the police on the recent robberies, please contact us right away.
give instruction v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (teach, train)δίνω οδηγίες, καθοδηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
give it a go exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (try) (δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω)κάνω μια προσπάθεια, κάνω μια απόπειρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προσπαθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάνω κάτι πρώτη φορά)κάνω μια δοκιμή ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δοκιμάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Although Brian had never gone kayaking before, he suddenly decided to give it a go.
 Αν και ο Μπράιαν δεν είχε κάνει ποτέ καγιάκ, ξαφνικά αποφάσισε να κάνει μια δοκιμή.
give it a second thought v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (rethink)ξανασκέφτομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He dropped what he was doing and went to her without giving it a second thought.
give it to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (reprimand, punish)μαλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κατσαδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό)την λέω σε κπ, τα χώνω σε κπ εκφρ
Give it up! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (stop trying)Παράτα τα! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Helen is never going to date you--give it up!
 Η Έλεν δε θα βγει ποτέ μαζί σου, παράτα τα!
give it up v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (stop trying)τα παρατάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  παραιτούμαι από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That's never going to work; I'd give it up, if I were you.
give it your best shot v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make every effort)κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κάνω ό,τι μπορώ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm not sure I can get your cat out of the tree, but I'll give it my best shot.
give life to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (enliven)δίνω ζωή, ζωντανεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He provides just enough description to give life to his characters.
 Δίνει αρκετές περιγραφές για να ζωντανέψει τους χαρακτήρες του.
give life to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give birth to)φέρνω μία ζωή στον κόσμο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
give [sb] lip vtr + n figurative, slang (be cheeky to) (μεταφορικά)βγάζω γλώσσα σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Fred fired his employee for giving him lip.
give me a hint,
give me a clue
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
(provide a clue to help me guess)δώσε μου ένα στοιχείο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Who's your mystery boyfriend? Go on, give me a hint ...
give me five interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (congratulatory) (καθομιλουμένη)κόλλα το, κόλλα πέντε επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 You passed your driving test? Give me five!
 Πέρασες τις εξετάσεις για το δίπλωμα; Κόλλα το!
give [sb] no quarter v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (show no mercy)είμαι αμείλικτος απέναντι σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)δεν χαρίζομαι σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The border guards gave no quarter to anyone they caught trying to cross illegally.
give notice of [sth],
give notice that
vtr + n
(warn, inform)ενημερώνω, προειδοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The Council's letter gave notice of the election to all the voters.
 Η επιστολή του Συμβουλίου ενημέρωσε τους ψηφοφόρους για τις εκλογές.
give notice,
give your notice
vtr + n
(quit job)υποβάλλω παραίτηση ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He gave notice because he was tired of being treated like a slave.
 Υπέβαλε παραίτηση επειδή κουράστηκε να τον μεταχειρίζονται σαν σκλάβο.
give off heat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (emit warmth) (θερμότητα)εκπέμπω, αναδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Traditional incandescent light bulbs give off heat, primarily; the light is a by-product.
 Οι παραδοσιακοί λαμπτήρες πυρακτώσεως αρχικά εκπέμπουν θερμότητα. Το φως είναι υποπροϊόν.
give onto [sth] vi + prep (face onto)βλέπω σε κτ ρ μ + πρόθ
 The living room gives onto the garden.
give or take [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (plus or minus)λίγο πάνω, λίγο κάτω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  πάνω κάτω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I've been away from home for three months, give or take a few days.
 Λείπω από το σπίτι μου εδώ και τρεις μήνες, λίγες μέρες πάνω, λίγες μέρες κάτω.
 Λείπω από το σπίτι μου εδώ και τρεις μήνες, πάνω κάτω.
give or take exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (more or less)περίπου επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  πάνω κάτω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 My new car cost $9000, give or take.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'give' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: give [presents, gifts, donations], has no give at all, give and [receive, take], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση give στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'give'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης