gift

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɡɪft/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/gɪft/ ,USA pronunciation: respelling(gift)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gift nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (present)δώρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He gave her a sweater as a birthday gift.
 Της χάρισε ένα πουλόβερ σαν δώρο γενεθλίων.
gift nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of giving)προσφορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  το να χαρίζω κτ, το να κάνω κτ δώρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το να προσφέρω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Harry appreciated Sally's gift of the cigars, even though he didn't smoke.
 Ο Χάρυ εκτίμησε το ότι η Σάλλυ του χάρισε τσιγάρα αν και δεν κάπνιζε.
gift nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (talent)χάρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ταλέντο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He has a gift for music.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gift for [sb] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (present intended for [sb])δώρο για κπ ουσ ουδ + πρόθ
 Clive bought the bicycle as a gift for his son.
gift [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (present as a gift)δωρίζω, χαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω δώρο ρ μ + ουσ ουδ
 The queen gifted one of her properties to her grandson.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
free gift nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] offered free with a purchase)δώρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
gift basket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (basket of goods as a present)καλάθι δώρων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
gift box nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decorative packaging)κουτί δώρου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (γενικά)συσκευασία δώρου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
gift card nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gift voucher in plastic card form)κάρτα δώρου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κουπόνι δώρου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I purchased a gift card for twenty dollars to give to my sister.
gift card nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (card accompanying gift)κάρτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
gift certificate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (voucher exchangeable for goods)κουπόνι δώρου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The winner of the door prize received a $50 gift certificate.
gift exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (seasonal present swapping)ανταλλαγή δώρων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The gift exchange will take place after the Christmas dinner.
gift from God nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] welcomed or cherished) (μτφ: καλοδεχούμενος)δώρο Θεού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
the gift of gab,
UK: the gift of the gab
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, slang (talks a lot) (αργκό)πάρλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μπίρι μπίρι ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Tim has the gift of the gab, he can sweet-talk anybody.
gift registry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (list of desired presents)λίστα δώρου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
gift shop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (store selling items suitable as presents)κατάστημα με είδη δώρων ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 If you need a little something for your brother's birthday, there's a gift shop on the corner.
gift tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (duty levied on [sth] given to [sb])φόρος δωρεάς φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
gift voucher nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gift token)κάρτα δώρου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κουπόνι δώρου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 His only present was a gift voucher worth £5.
gift wrap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decorative wrapping paper)περιτύλιγμα δώρου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I need to buy some gift wrap for the Christmas presents.
gift wrap [sth],
gift-wrap [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(wrap in decorative paper)τυλίγω σε συσκευασία δώρου ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It's a present - could you gift-wrap it for me please?
gift wrap [sth],
gift-wrap [sth],
giftwrap [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
figurative, informal (allow or grant a benefit) (μεταφορικά, ανεπίσημο)δίνω κτ στο πιάτο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We gift-wrapped the other team's first victory by playing so badly.
natural gift nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inherent talent, aptitude)έμφυτο χάρισμα,ταλέντο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Lynn has a natural gift for math.
rare gift nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (special or unique talent)σπάνιο χάρισμα, μοναδικό χάρισμα επίθ + ουσ ουδ
speaking in tongues,
gift of tongues
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(religion) (σπάνιο)γλωσσολαλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
token gift nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small present given as a gesture)συμβολικό δώρο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 I bought a box of chocolates to give to his sister as a token gift.
wedding gift nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (present for a couple getting married)δώρο γάμου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  γαμήλιο δώρο επίθ + ουσ ουδ
wrapped,
gift-wrapped,
gift wrapped
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(present: gift-wrapped)τυλιγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  σε συσκευασία δώρου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The wrapped gifts were under the Christmas tree.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'gift' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: gifted a [new sweater, toy] to, a [Christmas, Hanukkah, birthday] gift, have a gift certificate for, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gift στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'gift'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης