WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
get started vi + adj (task: begin)ξεκινάω, αρχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We'd better get started before it gets dark.
 Καλό θα ήταν να ξεκινήσουμε πριν αρχίσει να σκοτεινιάζει.
get started on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (task: begin)ξεκινάω, αρχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Vince needs to get started on his school project soon because the deadline is coming up next week.
get [sb] started vtr + adj (help to begin)βοηθάω κπ να ξεκινήσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Mark wasn't sure how to write his essay, but it was easier after the teacher got him started.
get [sb] started with [sth],
get [sb] started on [sth]
vtr + adj
(help to begin)βοηθάω κπ στο ξεκίνημά του σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βοηθάω κπ να κάνει την αρχή σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Working in her father's restaurant got Carla started on her career as a chef.
 Το γεγονός ότι εργάζονταν στο εστιατόριο του πατέρα της βοήθησε την Κάρλα στο ξεκίνημα της καριέρας της ως σεφ.
get started on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (talk)αρχίζω να μιλάω για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Once Dave gets started on politics, he never shuts up!
get [sb] started vtr + adj (prompt to talk) (μεταφορικά, ανεπίσημο)δίνω φόρα σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (κάποιον να μιλήσει)ενθαρρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Don't get him started. He'll rant about it for an hour!
 Μην τον ενθαρρύνεις. Θα μιλάει καιμιά ώρα γι΄ αυτό!
get [sb] started on [sth] vtr + adj (prompt to talk)κάνω κπ να αρχίσει να μιλάει για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)δίνω φόρα σε κπ για να αρχίσει να μιλάει για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The news article got Tony started on the subject of house prices. Don't get me started on what happened in Parliament this week!
 Το άρθρο στην εφημερίδα έκανε τον Τόνι να αρχίσει να μιλάει για τις τιμές των κατοικιών.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'get started' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση get started στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'get started'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης