WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
get ready vi + adj (prepare for [sth])ετοιμάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It takes him an hour to get ready before we go out.
 Πριν βγούμε έξω του παίρνει μια ώρα να ετοιμαστεί.
get ready for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (prepare yourself)προετοιμάζομαι για κτ, ετοιμάζομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 The actors are getting ready for tonight's performance of the play.
 Οι ηθοποιοί ετοιμάζονται για την αποψινή θεατρική παράσταση.
get ready vi + adj (dress, etc. to go out)ετοιμάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Hurry up and get ready! They'll be here in a minute.
 Κάντε γρήγορα και ετοιμαστείτε! Θα βρίσκονται εδώ σ' ένα λεπτό.
get [sth] ready vtr + adj (prepare [sth])ετοιμάζω, προετοιμάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The hotel staff are still getting the room ready.
 Το προσωπικό του ξενοδοχείου ετοιμάζει ακόμα το δωμάτιο.
get [sth] ready for [sb] vtr + adj (prepare [sth] for [sb])ετοιμάζω κτ για κπ ρ μ + πρόθ
  φτιάχνω κτ για κπ ρ μ + πρόθ
 The marketing manager is getting a report ready for the director of the company.
 Ο διευθυντής μάρκετινγκ ετοιμάζει μια αναφορά για τον γενικό διευθυντή της εταιρείας.
get ready to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (prepare to do [sth])ετοιμάζομαι να, προετοιμάζομαι για να ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I'm getting ready to run a marathon.
 Προετοιμάζομαι για να τρέξω μαραθώνιο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
get ready for bed v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (put on nightwear)ετοιμάζομαι για ύπνο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Vanessa told the children to get ready for bed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'get ready' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση get ready στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'get ready'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης