get

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgɛt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/gɛt/ ,USA pronunciation: respelling(get)


Inflections of 'get' (v): (⇒ conjugate)
gets
v 3rd person singular
got
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
getting
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
got
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (US & UK)
gotten
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (Mainly US)
Σε αυτή τη σελίδα: get, gotten
Ο όρος 'get' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'gotten'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
get [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (obtain)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη: συνήθως σε ερώτηση)βρίσκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We need to get some beer somewhere. I got a good mark for my essay.
 Πρέπει να πάρουμε μπίρα από κάπου. Πήρα καλό βαθμό για την έκθεσή μου.
get [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (receive)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  λαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Did you get the message I sent you?
 Πήρες το μήνυμα που σου έστειλα;
get [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (illness: catch) (μτφ, καθομ: αρρώστια)κολλάω, κολλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He got the flu and had to stay at home.
 Κόλλησε γρίπη και αναγκάστηκε να μείνει σπίτι.
get [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (fetch)φέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'll get another plate for you.
 Θα σου φέρω άλλο ένα πιάτο.
get [sb] to do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (persuade) (καθομ: κπ να κάνει κτ)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταφέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό, μτφ)ψήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό: αλλάζω γνώμη)τουμπάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I got him to give me a pay rise.
 Τον έκανα να μου δώσει αύξηση.
 Τον κατάφερα να μου δώσει αύξηση.
 Τον έψησα να μου δώσει αύξηση.
 Τον τούμπαρα να μου δώσει αύξηση.
get viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (arrive)φτάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 When will we get there?
 Πότε θα φτάσουμε;
get [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (understand)καταλαβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ, αργκό)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Do you get what I'm saying?
 Καταλαβαίνεις τι λέω;
 Πιάνεις τι λέω;
get to do [sth] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (have the opportunity) (να κάνω κάτι)μπορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  έχω την ευκαιρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I get to go to Paris this summer.
 Μπορώ να πάω στο Παρίσι αυτό το καλοκαίρι.
 Έχω την ευκαιρία να πάω στο Παρίσι αυτό το καλοκαίρι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
get viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (become)γίνομαι ρ συνδβοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς συχνά υπάρχει κατάλληλο ρήμα ανάλογα με την εκάστοτε αγγλική έκφραση, π.χ. «Ο Άντυ βελτιώθηκε όταν πήρε φάρμακα. Η Νάνσυ θύμωσε όταν δεν έπαιρνε μπρος το αμάξι.»
 Andy got better once he took the medicine. Nancy got annoyed when the car wouldn't start.
get viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." US, slang (go away) (αργκό)στρίβε ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  δίνε του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ουστ επίφ
 Get! You dumb animal.
get doing viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (start)ξεκινάω, αρχίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: Τα ξεκινώ και αρχίζω είναι και μεταβατικά ρήματα.
 Let's get painting, before it's too dark for us to see what we're doing.
 Ας ξεκινήσουμε (or: αρχίσουμε) να ζωγραφίζουμε πριν σκοτεινιάσει πολύ και δεν βλέπουμε τι κάνουμε.
get [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (prepare)ετοιμάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'll get dinner if you lay the table.
get [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (earn, win)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I got an A in Spanish.
get [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (buy)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm just going to get some more milk.
 Πάω να πάρω λίγο γάλα ακόμα.
get [sth] done vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (arrange or cause to have) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Στην καθομιλουμένη, συχνά χρησιμοποιείται το πρώτο ενικό πρόσωπο, ακόμα και για πράγματα που θα κάνει κάποιος άλλος, π.χ. οι δύο προτάσεις του παραδείγματος σημαίνουν το ίδιο πράγμα.
 I need to get my car fixed.
 Πρέπει να φτιάξω το αυτοκίνητό μου.
 Πρέπει να πάω το αυτοκίνητό μου για φτιάξιμο.
get [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (attract) (μεταφορικά)τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She always gets all the attention.
get [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (reach)βρίσκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You can get me by telephone or e-mail.
get [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (hear)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  (αργκό, μτφ)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sorry, I didn't get that. What did you say?
get [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (receive as punishment) (καθομιλουμένη, μτφ)τρώω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He got 10 years for armed robbery.
get [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (touch emotionally)συγκινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επηρεάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 That film gets me every time.
get [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (hit)βρίσκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πετυχαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The bullet got him in the stomach.
get [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (have revenge on)εκδικούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)θα σου δείξω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  θα μου το πληρώσεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'll get you for that!
get [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (bother)ενοχλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)με χαλάει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό)μου τη σπάει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 What gets me about the film is why he never comes back.
get [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (capture)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The police got him in the end.
get [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (ruin, destroy)χαλάω, χαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (δεν φτιάχνεται)καταστρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Rust got my car.
have got to do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (must) (να κάνω κάτι)πρέπει ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
Σχόλιο: only in present perfect
 I have got to leave now.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gotten,
get
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
US (get: past participle)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία.
 Nate hasn't gotten past the first level yet.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
get | gotten
ΑγγλικάΕλληνικά
get about vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (travel frequently or widely)ταξιδεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
get about vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (walk, move around)περπατάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κυκλοφορώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Though 98 years old, my grandfather still gets about like he was half that age.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Παρά το ατύχημα της, η γιαγιά μου κυκλοφορεί κανονικότατα.
get across,
get [sth] across
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
informal (convey)εκφράζω, μεταδίδω, μεταβιβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  περνάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He tried to get his point across but it was so convoluted, no one could understand.
 Προσπάθησε να εκφράσει την άποψή του, ήταν όμως τόσο μπερδεμένη που κανένας δεν μπόρεσε να καταλάβει.
get ahead vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (be successful) (γίνομαι επιτυχημένος)πηγαίνω μπροστά, πάω μπροστά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προχωράω, προκόβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 In order to get ahead in business, you need to be assertive.
 Στη δουλειά για να πας μπροστά πρέπει να είσαι αποφασιστικός.
 Στη δουλειά για να προκόψεις πρέπει να είσαι αποφασιστικός.
get ahead of [sb/sth] vi phrasal + prep (overtake)προσπερνάω, προσπερνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  περνάω, περνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He ran faster and got ahead of his sister just as they reached the car.
 Έτρεξε γρηγορότερα και προσπέρασε την αδερφή του τη στιγμή που έφτασαν στο αυτοκίνητο.
 Έτρεξε γρηγορότερα και πέρασε την αδερφή του τη στιγμή που έφτασαν στο αυτοκίνητο.
get ahead vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (gain advantage)αποκτώ το πλεονέκτημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)παίρνω κεφάλι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The company got ahead by adopting a new business model.
 Η εταιρεία πήρε το προβάδισμα υιοθετώντας ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο.
get ahead of [sb/sth] vi phrasal + prep figurative (be more successful) (σε επιτυχία)περνάω, ξεπερνάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)περνάω μπροστά από κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The firm developed a multimedia game system that allowed it to get ahead of its rivals.
 Η εταιρεία σχεδίασε ένα σύστημα πολυμέσων για παιχνίδια το οποίο της επέτρεψε να ξεπεράσει τους αντιπάλους της.
get ahead vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." US, informal, figurative (save money)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
get along vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (be friends)τα πάω καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My friends and I get along very well.
 Οι φίλοι μου κι εγώ τα πάμε πολύ καλά.
get along vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (cope)τα καταφέρνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 After she went blind, it took her a long time to learn how to get along without vision.
get along vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (progress)προοδεύω, προχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 In my profession, you aren't going to get along without the support and help of more experienced people.
 Στο επάγγελμά μου δεν πρόκειται να πας μπροστά χωρίς τη στήριξη και βοήθεια άλλων πιο έμπειρων.
get along vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (leave)φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
get along with [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (be friends)τα πηγαίνω καλά με, τα πάω καλά με έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I get along very well with my mother-in-law.
 Τα πηγαίνω πολύ καλά με την πεθερά μου.
get along without [sb/sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (not need) (δεν χρειάζομαι, καθομιλουμένη)τα βγάζω πέρα χωρίς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I can get along without luxuries in this economy.
get around vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (travel)ταξιδεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I certainly get around in my job. This year, I've travelled to Korea, Australia and South Africa.
 Σίγουρα ταξιδεύω στη δουλειά μου. Φέτος πήγα στην Κορέα, την Αυστραλία και τη Νότια Αφρική.
get around vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (move about)κινούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  μετακινούμαι, κυκλοφορώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 His arthritis makes it difficult for him to get around.
 Η αρθρίτιδα τον δυσκολεύει στο να μετακινείται.
get around [sth],
also UK: get round [sth]
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
(circumvent)αποφεύγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)παρακάμπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You can't get around the problem by pretending it doesn't exist.
 Δεν μπορείς ν' αποφύγεις το πρόβλημα προσποιούμενος πως δεν υπάρχει.
get around vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (circulate)κυκλοφορώ, μαθαίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 When word got around that she was baking cookies, all the children appeared at her door.
 Όταν μαθεύτηκε πως έψηνε κουλουράκια, όλα τα παιδιά εμφανίστηκαν στην πόρτα της.
get around to [sth],
also UK: get round to [sth]
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
(find time)βρίσκω χρόνο για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Bill eventually got round to the washing-up.
get around to doing [sth],
also UK: get round to doing [sth]
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
(find time) (να κάνω κάτι)βρίσκω χρόνο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (να κάνω κάτι)προλαβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 One of these days, I will get around to making the trip to Paris.
get at [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (intend to say, imply)υπονοώ, εννοώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)το πηγαίνω κάπου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I don't understand what you are getting at.
 Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς.
 Δεν καταλαβαίνω πού το πας.
get at [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] slang (target for criticism) (καθομιλουμένη)τα βάζω με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό)την μπαίνω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I hate him; he's always getting at me.
 Τον μισώ, συνεχώς μου την μπαίνει.
get at [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] slang (influence illegally)επηρεάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 All the evidence is against us; we'll have to see if we can get at the jury.
 Όλες οι αποδείξεις είναι εναντίον μας, πρέπει να δούμε αν θα μπορέσουμε να επηρεάσουμε τους ένορκους.
get away vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (escape)ξεφεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I was almost mugged but I managed to get away.
 Σχεδόν με λήστεψαν, αλλά κατάφερα να ξεφύγω.
get away vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (go on holiday) (μεταφορικά)ξεφεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  δραπετεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I have been working late all week and need to get away this weekend.
 Δούλευα μέχρι αργά όλη την εβδομάδα και έχω ανάγκη να ξεφύγω αυτό το σαββατοκύριακο.
get away from [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (escape: [sb])φεύγω, αποφεύγω, ξεφεύγω, δραπετεύω, ξεγλιστρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 How did you manage to get away from your captors?
 Πως κατάφερες να ξεφύγεις (or: δραπετεύσεις) από αυτούς που σε κρατούσαν αιχμάλωτο;
get away from [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (place: leave)αποδρώ από κτ, δραπετεύω από κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)ξεφεύγω από κτ ρ αμ + πρόθ
 It's great to get away from London sometimes.
get away with [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (not be punished)την γλυτώνω, την βγάζω καθαρή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The murderer got away with his hideous crime.
get back vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (return)ξαναπάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  επιστρέφω, γυρίζω πίσω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I visited my Aunt in Greece last year and I can't wait to get back!
 Πέρυσι επισκέφθηκα τη θεία μου στην Ελλάδα και ανυπομονώ να ξαναπάω.
get [sth] back,
get [sth] back from [sb]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(have [sth] returned)παίρνω πίσω ρ μ + επίρ
 I took my watch to be repaired and I get it back on Tuesday.
 Πήγα το ρολόι μου για επισκευή και θα το πάρω πίσω την Τρίτη.
get back at [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (take revenge on)εκδικούμαι, ανταποδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 To get back at him, she had an affair with his brother.
 Για να τον εκδικηθεί, τα έφτιαξε με τον αδερφό του.
get back at [sb] for [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (take revenge on)εκδικούμαι κπ για κτ ρ μ + πρόθ
  ανταποδίδω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
get back to [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (resume)επιστρέφω, συνεχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'd love to talk more but I have to get back to my work now.
 Θα μου άρεσε να μιλούσαμε περισσότερο, αλλά πρέπει να συνεχίσω τη δουλειά μου.
get back to [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (return)επιστρέφω, γυρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It would be nice to get back to my hometown one day.
get behind [sth/sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (support: a cause, etc.)υποστηρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you promise not to change your mind, I'll get behind your efforts to clean up the park.
 Αν υποσχεθείς να μην αλλάξεις γνώμη, θα υποστηρίξω τις προσπάθειές σου για καθαρισμό του πάρκου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
get | gotten
ΑγγλικάΕλληνικά
get anxious vi + adj (become worried)αγχώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
as … as all get out,
as all get out
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
US (extremely)εντελώς, τελείως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη)ντιπ για ντιπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  θεο- α' συνθετικό
 What? That's silly as all get out! You can't grow bananas in the desert.
take a battering,
get a battering,
receive a battering
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be beaten, damaged) (μεταφορικά)τρώω ξύλο, τις τρώω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
be out to get [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (want revenge)θέλω να εκδικηθώ κάποιον περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μτφ, αργκό: σε κάποιον)την έχω στημένη, την έχω φυλαγμένη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She has been out to get me ever since she learned that I was dating her ex-boyfriend.
get a big hand v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (receive enthusiastic applause)λαμβάνω θερμό χειροκρότημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  με χειροκροτούν θερμά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
catch [sb]'s drift,
get [sb]'s drift
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal, figurative (understand what [sb] means) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)πιάνω κπ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πιάνω τι εννοεί κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
come and get v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (fetch)φέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you want it come and get it, but you better hurry 'cause it's goin' fast.
come to grips with [sth],
get to grips with [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal, figurative (understand)καταλαβαίνω, κατανοώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 One must read a work of philosophy several times in order to come to grips with it.
 Τα φιλοσοφικά έργα πρέπει να τα διαβάσει κανείς πολλές φορές για να τα καταλάβει.
come to grips with [sth],
get to grips with [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal, figurative (master)τα καταφέρνω με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βγάζω άκρη με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When I had finally come to grips with algebra, I began to learn calculus.
come to grips with [sth],
get to grips with [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal, figurative (deal with, accept)αποδέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συμφιλιώνομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 It was difficult to come to grips with my parents' tragic deaths.
easy to get along with adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (affable)προσηνής, καταδεκτικός, φιλικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Jim is a friendly guy who is easy to get along with.
fall in line,
fall into line,
get into line
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(people: line up)σχηματίζω ουρά ρ μ + ουσ θηλ
fall in line,
fall into line,
get into line,
get in line
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (person: conform to rule, authority)συμμορφώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
fall in line,
fall into line,
get into line,
get in line
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (idea, etc.: fit, comply)ταιριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συμφωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συμβαδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
find your bearings,
get your bearings
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(orient yourself)προσανατολίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 In the dark forest, the search party had trouble getting their bearings.
get a break,
catch a break
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(have good luck)αλλάζει η τύχη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  είμαι τυχερός, φαίνομαι τυχερός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  μου πάνε καλά τα πράγματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)πιάνω την καλή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 After losing my job and my marriage, I think it must be my turn to catch a break now.
get a break,
get your break
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(receive a wanted opportunity)μου δίνεται μια ευκαιρία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κερδίζω μια ευκαιρία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The actor finally got a break when he was cast in a popular TV show.
get a fix v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (take drug) (ναρκωτικά)παίρνω τη δόση μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 People addicted to street drugs will do just about anything to get a fix.
get a fix on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (ascertain) (ιδέα)παίρνω μια ιδέα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I talked to several people to get a fix on what actually happened.
get a foothold v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (find secure place for feet when climbing)βρίσκω πάτημα για το πόδι μου ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 After falling halfway down he was able to get a foothold and begin climbing again.
get a foothold v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (establish yourself) (μεταφορικά)κατοχυρώνομαι, εδραιώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She got a foothold in the theatrical world when, as an understudy, the leading lady fell ill.
get a glimpse of [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (catch sight of briefly)ρίχνω μια ματιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  βλέπω στα κλεφτά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The fans crowded around the door to get a glimpse of the athletes leaving the stadium.
get a grip v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, slang (regain self-control) (μεταφορικά)συνέρχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It's time to stop panicking and get a grip. He's too nervous; he needs to get a grip.
 Είναι καιρός να σταματήσω να πανικοβάλλομαι και να συνέλθω. Είναι τόσο αγχωμένος. Πρέπει να συνέρθει.
get a grip! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" figurative, slang (you are overreacting, control yourself) (καθομιλουμένη)συγκρατήσου, μαζέψου, σύνελθε ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)ξεκόλλα ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It's nothing to get so worked up about – get a grip!
 Δεν είναι κάτι για το οποίο αξίζει να εκνευριστείς τόσο πολύ. Μαζέψου (or: Σύνελθε)!
 Δεν είναι κάτι για το οποίο αξίζει να εκνευριστείς τόσο πολύ. Ξεκόλλα!
get a grip on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (start to understand)αρχίζω να καταλαβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I would love to get a grip on basic physics.
 Πολύ θα ήθελα να αρχίσω να καταλαβαίνω τις βασικές έννοιες της φυσικής.
get a haircut v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (have hair trimmed)κουρεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πάω για κούρεμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It was his brother's wedding, so he decided to get a haircut for the occasion.
get a handle on [sth],
have a handle on
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (understand)καταλαβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κατανοώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I can't get a handle on this at all. Can you explain it again?
get a hold of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (grasp)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Get a firm hold of the load and make sure it's not too heavy before you lift.
get a job v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (find employment)βρίσκω δουλειά ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I need to get a job that pays well.
 Πρέπει να βρω μια δουλειά που να πληρώνει καλά.
get a kick out of [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (enjoy, take pleasure in)διασκεδάζω, ευχαριστιέμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She gets a kick out of watching talking animal videos.
get a leg up v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (gain an advantage) (μεταφορικά)παίρνω το πάνω χέρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αποκτώ πλεονέκτημα ρ μ + ουσ ουδ
get a life interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (expressing contempt)άντε ρε κακομοίρη επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 When I told them I was translating the Bible into Vulcan they all said “Get a life!”
get a loan viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (enter a contract to borrow money)παίρνω δάνειο ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If we can't pay rent come August we may have to get a loan.
get a move on v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (hurry up)κάνω γρήγορα έκφφρ
  (καθομιλουμένη)ξεκουνιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κουνιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
get a response viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (receive a reply)παίρνω απάντηση ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I sent several emails but never did get a response.
get a response v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be acknowledged by words, gesture)παίρνω απάντηση ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
get a rise out of [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (provoke: [sb](καθομιλουμένη)τσιγκλάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προκαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He's just making faces to get a rise out of you.
get a sense of [sth],
get a sense for [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(understand in a general way)παίρνω μια ιδέα από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
get a shock v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (be unpleasantly surprised)παθαίνω σοκ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  σοκάρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)παθαίνω πλάκα, παθαίνω την πλάκα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I got a shock when I found your wife naked in my bed.
get a shock v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (feel jolted by electrical current) (μεταφορικά)με τινάζει το ρεύμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ηλεκτρίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I always get a shock when I touch a car.
get a thrashing,
take a thrashing
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (be beaten physically) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τρώω ξύλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Petros regularly took a thrashing from his violent father.
get a thrashing,
take a thrashing,
be given a thrashing
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be defeated: at sport, etc.)κατατροπώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)με κάνουν σκόνη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, μτφ)τρώω μεγάλη ήττα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The Democrats took a thrashing on Election Day.
get a whiff of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (smell)μυρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Did you get a whiff of that new perfume she is wearing?
get a whiff of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, slang (detect) (μεταφορικά)μυρίζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παίρνω μυρωδιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Did you get a whiff of the hostility in that meeting?
get a word in v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (have the chance to speak) (μεταφορικά)αρθρώνω λέξη ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
Σχόλιο: She was talking so much that I couldn't get a word in!
 She was talking so much that I couldn't get a word in!
 Μιλούσε τόσο πολύ που δε μπορούσα να αρθρώσω λέξη.
get above [sth] vi + prep (surpass)καλύπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (προσδοκίες, προϋποθέσεις)ανταποκρίνομαι σε κτ ρ μ + πρόθ
 Melinda worked hard to get above the minimum academic requirements for university.
 Η Μελίντα δούλεψε σκληρά για να καλύψει τις ελάχιστες προϋποθέσεις εισαγωγής στο πανεπιστήμιο.
get acquainted vi + adj (people: get to know each other) (με κάποιον)γνωρίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I left Paul and Lily to get acquainted.
get acquainted with [sb] vi + adj (get to know a person) (με κάποιον)γνωρίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 My kids got acquainted with the neighbors' children on the day they moved in.
get acquainted with [sth] vi + adj figurative (familiarize yourself with [sth](με κάτι)εξοικειώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You'd better get acquainted with new computers if you want to keep your job.
get ahold of [sb/sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, informal (grab, grasp)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
get ahold of [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, informal (make contact)βρίσκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επικοινωνώ με κπ ρ μ + πρόθ
 I've called her house, her work, and her cell; I can't get ahold of her.
Get along! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" UK, informal (expressing disbelief)Άντε από δω! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Έλα τώρα! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Άσε μας! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You expect me to believe that? Get along!
Get along with you! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" UK, informal (expressing disbelief)Άντε από δω! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Έλα τώρα! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Άσε μας! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Brett really said that? Get along with you!
get an earful v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (be reprimanded) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τα ακούω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Tony got an earful from the boss when he arrived late for work.
get angry vi + adj (lose temper)θυμώνω, νευριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I get angry when people are rude and obnoxious.
 Θυμώνω (or: νευριάζω) όταν οι άνθρωποι είναι αγενείς και ενοχλητικοί.
get anywhere,
go anywhere
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(achieve success)πετυχαίνω τα πάντα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
get around doing [sth],
also UK: get round doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(avoid doing)αποφεύγω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The politician got around answering the question by changing the subject. The businessman got around paying his taxes by using a loophole in the law.
 Ο πολιτικός άλλαξε θέμα, αποφεύγοντας, έτσι, να απαντήσει στην ερώτηση. Ο επιχειρηματίας απέφυγε να καταβάλει τους φόρους του, χρησιμοποιώντας κάποιο παραθυράκι του νόμου.
Get away! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" UK, slang (disbelief)φύγε από εδώ, παράτα μας, άντε ρε, σώπα ρε επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 You saw the Queen in Burnley market? Get away!
 Είδες τη Βασίλισσα στην αγορά του Μπέρνλεϊ; Παράτα μας! (or: Άντε ρε!)
get away with murder v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (never be punished) (μεταφορικά)τη βγάζω καθαρή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  την γλιτώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Somehow Joe always seems to get away with murder.
get back in shape v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (regain fitness)ξαναβρίσκω τη φόρμα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I bought a gym membership to get back in shape.
get back on track v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (regain focus)ξαναμπαίνω σε πρόγραμμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ξαναβρίσκω το ρυθμό μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ξαναβρίσκω το δρόμο μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
get beaten up,
be beaten up
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (be physically assaulted) (καθομιλουμένη)τρώω ξύλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 From his black eye and bloody nose, everyone knew he'd gotten beaten up in the fight.
 Από το μαυρισμένο του μάτι και τη ματωμένη μύτη όλοι κατάλαβαν ότι έφαγε ξύλο.
get bent out of shape,
be bent out of shape
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, slang (be resentful, angry)εξοργίζομαι, θυμώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)τσαντίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)τα παίρνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
get better vi + adj (recover)είμαι καλύτερα, γίνομαι καλύτερα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αναρρώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I'm sorry you are sick and I hope you get better soon.
 Λυπάμαι που είσαι άρρωστος· ελπίζω να γίνεις καλύτερα σύντομα.
 Λυπάμαι που είσαι άρρωστος· ελπίζω να αναρρώσεις σύντομα.
get better vi + adj (improve)γίνομαι καλύτερος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  βελτιώνομαι επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You will get better at chess if you practice. Canadian wine is getting better every year.
 Αν εξασκηθείς, θα γίνεις καλύτερος στο σκάκι.
 Αν εξασκηθείς, θα βελτιωθείς στο σκάκι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'get' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: can I get a [coffee, latte]?, get [coffee, dinner, ice cream], can I get you [anything, a drink]?, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση get στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'get'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης