genus

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdʒiːnəs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdʒinəs/ ,USA pronunciation: respelling( jēnəs)

Inflections of 'genus' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
genuses
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
genera
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
genus nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (biological subdivision) (βιολογία)γένος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'genus' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση genus στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'genus'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης