gavel

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgævəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈgævəl/ ,USA pronunciation: respelling(gavəl)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gavel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (judge's mallet)σφυρί δικαστή φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The judge brought down the gavel and said "Case dismissed."
gavel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (auctioneer's hammer) (δημοπρασία)σφυρί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 "Sold for 90 pounds," he said, and banged the gavel.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gavel στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'gavel'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης