gardening

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgɑːrdənɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(gärdning)

Σε αυτή τη σελίδα: gardening, garden

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gardening nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tending a garden) (κήπος)κηπουρική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Gardening is a great activity for young and old alike.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
garden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plot: flowers)κήπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη, ποιητικό)μπαξές ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I've planted some tulips in the garden in front of the house.
 Φύτεψα μερικές τουλίπες στον κήπο μπροστά από το σπίτι.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μόλις μάζεψα τα τριαντάφυλλα από τον μπαξέ.
garden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plot: vegetables)κήπος, λαχανόκηπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μεγαλύτερο από κήπο)περιβόλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μποστάνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 These onions are from the garden in my backyard.
 Αυτά τα κρεμμύδια είναι από τον κήπο (or: λαχανόκηπό) μου.
 Αυτά τα κρεμμύδια είναι απ' το περιβόλι μου.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Στο μποστάνι του καλλιεργεί καρπούζια.
garden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (yard: area outside house, esp. with lawn)κήπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  αυλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My house has a small garden where Lily and Kyle like to play.
 Το σπίτι μου είχε ένα μικρό κήπο όπου αρέσει στη Λίλυ και τον Κάυλ να παίζουν.
garden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (botanic park)βοτανικός κήπος επίθ + ουσ αρσ
  βοτανικό πάρκο επίθ + ουσ ουδ
 Let's go for a walk in the garden, which is famous for its collection of rare plants.
 Ας πάμε μια βόλτα στον βοτανικό κήπο, που είναι διάσημος για τη συλλογή του σπάνιων φυτών του.
garden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (park)πάρκο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Kensington Garden is a lovely oasis in the city.
 Το πάρκο του Κένσινγκτον είναι μια όμορφη όαση μέσα στην πόλη.
garden viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (cultivate plants)καλλιεργώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (χόμπυ)ασχολούμαι με την κηπουρική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She gardens for fun.
 Ασχολείται με την κηπουρική για διασκέδαση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
garden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (fertile area)ευλογημένη γη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πηγή αφθονίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The soil in Virginia is so rich, it's a veritable garden.
 Το έδαφος της Βιρτζίνια είναι τόσο πλούσιο, μια πραγματικά ευλογημένη γη.
garden [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cultivate flowers)καλλιεργώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He gardens only roses.
garden [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cultivate vegetables)καλλιεργώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You may garden root crops and lettuce.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
gardening | garden
ΑγγλικάΕλληνικά
gardening leave,
garden leave
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK: figurative (time off before end of contract)άδεια πριν την απόλυση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
landscape gardening nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (garden design)διαμόρφωση ή αρχιτεκτονική κήπων έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I know nothing at all about landscape gardening – I'll have to hire a professional.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'gardening' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gardening στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'gardening'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης