garbage

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgɑːrbɪdʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈgɑrbɪdʒ/ ,USA pronunciation: respelling(gärbij)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
garbage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (rubbish: kitchen waste, trash)σκουπίδια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Kyle took the garbage out.
 Ο Κάιλ έβγαλε τα σκουπίδια έξω.
garbage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (rubbish: can, receptacle) (μεταφορικά: κάδος)σκουπίδια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Richard tossed the banana peel in the garbage.
 Ο Ρίτσαρντ έριξε τη φλούδα της μπανάνας στα σκουπίδια.
garbage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, figurative, pejorative (rubbish: [sth] without value) (μεταφορικά, αποδοκιμασίας)σκουπίδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  για τα μπάζα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Paul's car was garbage.
 Το αυτοκίνητο του Πωλ ήταν σκουπίδι.
garbage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, figurative, pejorative (rubbish: nonsense talk)ανοησίες, βλακείες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 It was clear that Jessica didn't know anything about the subject; she was talking garbage.
 Ήταν εμφανές πως η Τζέσικα δεν είχε ιδέα για το θέμα. Έλεγε ανοησίες.
garbage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, figurative, pejorative (computers: unusable data) (μεταφορικά)σκουπίδια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The computer program just spat out a bunch of garbage.
 Το υπολογιστικό πρόγραμμα έβγαζε μόνο σκουπίδια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
garbage bag (US),
bin bag,
black bag,
rubbish bag (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bin liner, refuse sack)σακούλα σκουπιδιών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (καθομιλουμένη)σκουπιδοσακούλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I tied up the garbage bag and took it outside.
garbage can (US),
dustbin,
rubbish bin (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(receptacle for waste)σκουπιδοτενεκές ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  καλάθι αχρήστων ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Don't leave your trash on the floor. Throw it in the garbage can! A garbage can is large, often put on the street for garbage collection.
 Μην αφήνεις τα σκουπίδια στο πάτωμα. Πέταξέ τα στο καλάθι των αχρήστων!
garbage chute,
UK: rubbish chute
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (sloped channel for rubbish disposal)αγωγός ρίψης σκουπιδιών ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 I live in a tall building; we're not supposed to use the garbage chute after 8 pm.
garbage collection (US),
refuse collection,
rubbish collection (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(refuse pickup)συλλογή απορριμμάτων, αποκομιδή απορριμμάτων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 On garbage collection day, I put out one bin of trash and one of recyclables.
garbage collector (US),
refuse collector (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (person who collects refuse)οδοκαθαριστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη, ενίοτε μειωτικό)σκουπιδιάρης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Garbage collectors do an essential job.
garbage dump (US),
rubbish dump,
rubbish tip (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(place where refuse is disposed of)χωματερή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Some towns don't provide garbage collection; residents must take their trash to the town garbage dump. We took all our old furniture to the rubbish dump.
garbage heap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (rubbish pile)σωρός σκουπιδιών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
garbage man (US),
bin man,
dustman (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
colloquial (refuse collector)σκουπιδιάρης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The garbage men collect the trash on my block every Friday at 8:00 AM.
garbage truck (US),
rubbish truck,
dustcart (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(lorry that collects refuse)απορριμματοφόρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)σκουπιδιάρικο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 They put their trash out by the street so that the garbage truck can take it to the landfill.
waste disposal,
also US: garbage disposal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(kitchen sink unit for food waste)σκουπιδοφάγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A waste disposal can be fitted directly beneath the kitchen sink.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'garbage' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a garbage [bin, bag, can], put [it] down the garbage disposal, garbage pickup day, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση garbage στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'garbage'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης