friend

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'friend', 'Friend': /ˈfrɛnd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/frɛnd/ ,USA pronunciation: respelling(frend)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (closely regarded person)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 She has lots of friends.
 Έχει πολλούς φίλους.
be friends with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (on good or intimate terms with)είμαι φίλος με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)διατηρώ φιλικές σχέσεις με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'm still friends with my college roommate: we keep in touch regularly.
 Είμαστε ακόμα φίλοι με τον συγκάτοικό μου από το πανεπιστήμιο, τα λέμε τακτικά.
friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (social media contact)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 We're friends on Facebook
 Είμαστε φίλοι στο facebook.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
friend,
Friend
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
often capitalized (patron)προστάτης, προστάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (εναλλακτικοί τύποι)προστάτρια, προστάτισσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πάτρωνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (επίσημο)πάτρων ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Donate money and become a Friend of the Arts.
friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] not hostile)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Friend or foe?
friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] of same group)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 You shouldn't criticize our nation's friends in times of crisis.
Friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Quaker) (μτφ: Κουάκεροι)Φίλος, Φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Some Friends dislike being called Quakers.
friend [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (befriend on social media) (καθομιλουμένη: διαδίκτυο)κάνω φίλο, κάνω φίλη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I friended a girl I used to know in high school.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
A friend in need is a friend indeed. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." ([sb] who helps is real friend)Ο καλός ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται. έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When I was sick you certainly proved the old saying, "A friend in need is a friend indeed."
as a friend advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (preface to giving advice)φιλικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 You know I say this as a friend, but I don't think that you should date him.
best friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (closest companion)καλύτερος φίλος επίθ + ουσ αρσ
  (καθομ, μτφ: άνθρωπος)κολλητός, κολλητή επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
 My dog is my best friend.
 Ο σκύλος μου είναι ο καλύτερός μου φίλος.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Πάντα τηλεφωνώ την κολλητή μου όταν έχω προβλήματα.
bosom friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (close friend)στενός φίλος, στενή φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)κολλητός φίλος, κολλητή φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  κολλητός, κολλητή επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 Gladys is a bosom friend of mine.
close friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intimate acquaintance)στενός φίλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Tom is a close friend of mine.
 Ο Τομ είναι στενός μου φίλος.
devoted friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (close and trusted acquaintance) (καλός φίλος)αφοσιωμένος φίλος, πιστός φίλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  αφοσιωμένη φίλη, πιστή φίλη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Evelyn Waugh was Knox's devoted friend and admirer.
false cognate,
false friend
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(word: appears related to another)ψευδόφιλη λέξη επίθ + ουσ θηλ
family friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (friend of your family)οικογενειακός φίλος, οικογενειακή φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
four-legged friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (beloved animal, usually a dog or horse)τετράποδος φίλος επίθ + ουσ αρσ
friend in need nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: helps)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 When I was made homeless, she was a true friend in need, letting me stay with her for a year.
friend in need nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: needs help)φίλος σε ανάγκη, φίλος που έχει ανάγκη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 America usually helps her friends in need.
friend of mine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: known, trusted) (άντρας)φίλος μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (γυναίκα)φίλη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Pierre is a good friend of mine.
good friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] close, trusted)καλός φίλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My good friend will always tell me the truth, and always in a kind way.
great friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] loved and trusted)καλός φίλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He was a great friend of mine and I will sorely miss him.
imaginary friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (child's pretend playmate)φανταστικός φίλος, φανταστική φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 Many children have an imaginary friend.
intimate friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] close, confidant)καλός φίλος, έμπιστος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He's the kind of intimate friend to whom I could tell all my secrets.
lady friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (female companion)φιλενάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My uncle will be bringing his new lady friend to the party.
mutual friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shared personal acquaintance)κοινός φίλος επίθ + ουσ αρσ
 I met my wife through a mutual friend.
my friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ironic, informal (used to threaten or warn) (ειρωνικά)φιλαράκο ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  φίλε μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  άνθρωπέ μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Any more of that talk, my friend, and there will be trouble!
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μη με τσιγκλάς φιλαράκο, έχω φτάσει στα όριά μου!
my friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated (informal address)ο φίλος μου ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
old friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] one has known well for years)παλιός φίλος επίθ + ουσ αρσ
  φίλςο από τα παλιά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)παλιόφιλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I love going to college reunions so I can see my old friends.
pen pal,
pen-pal,
penpal,
also UK: penfriend,
pen-friend,
pen friend
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(friend with whom one corresponds)φίλος δι' αλληλογραφίας, φίλη δι' αλληλογραφίας φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
 When I was a child, I had a penpal in Mexico to whom I wrote letters.
 Όταν ήμουν παιδί είχα έναν φίλο δι' αλληλογραφίας από το Μεξικό, στον οποίο έγραφα γράμματα.
trusted friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] one can confide in)έμπιστος φίλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 You feel hurt when a trusted friend lets you down. Sharon is my most trusted friend, I can tell her anything.
 Πληγώνεσαι όταν ένας έμπιστος φίλος σε απογοητεύει. Η Σάρον είναι η πιο έμπιστη μου φίλη. Μπορώ να της πω τα πάντα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'friend' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: friended me on [Facebook, Gmail, Twitter], am [good, close, old, best] friends with her, add you to my friends list, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση friend στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'friend'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης