Ο όρος 'four o'clock' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'four'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'four o'clock' is an alternate term for 'four'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
four,
4
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cardinal number: 4)τέσσερα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
four,
4
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(symbol for number 4)τέσσερα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
four,
4
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(people, things: set, group of 4)τέσσερα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The four of them went out last night.
four,
4
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 4 o'clock)τέσσερις επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 What time is it? It's four.
 Τι ώρα είναι; Είναι τέσσερις.
four,
4
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(4 in number) (αριθμός)τέσσερις επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 She drank four beers that night.
 Ήπιε τέσσερις μπίρες εκείνο το βράδυ.
four,
4
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(4 years of age)τεσσάρων επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)τέσσερα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My son will be four tomorrow.
 Είναι τεσσάρων.
 Είναι τέσσερα.
four,
4
pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday."
(people, things: 4 of them)τέσσερα επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  τέσσερις επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Out of 20 questions, Millie answered just four correctly.
4 nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, written (fourth day of specified month)τέταρτη β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: The example would be spoken "August fourth".
 I was born on August 4, so my star sign is Leo.
4 nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly UK, written (fourth day of specified month)τέταρτη β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: The example would be spoken as "(the) fourth of August". This date format is most commonly used in the UK, though it is gaining popularity in the US.
 The deadline for submissions is 4 August.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
four,
4
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sports: rowing crew)τετράδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τετραμελές πλήρωμα κωπηλασίας β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Used with a singular or plural verb
 We have an excellent four, and hope to win the contest.
four,
4
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(playing card: with 4 pips)τεσσάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He showed that he had three fours and won the hand.
four,
4
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(die: with 4 pips)τεσσάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
four o'clock,
4 o'clock
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 4 P.M.)τέσσερις η ώρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τέσσερις το απόγευμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αδόκιμο, αλλά συχνό)τέσσερις το μεσημέρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
four o'clock,
4 o'clock
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 4 A.M.)τέσσερις η ώρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τέσσερις το πρωί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τέσσερις τα ξημερώματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση four o'clock στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'four o'clock'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης