Συμφράσεις: is a weird [smell, taste, idea, movie], a weird [look, stare, feel, sensation, person, boy], a weird [obsession, craving, addiction], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weird στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'weird'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης