former

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfɔːrr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈfɔrmɚ/ ,USA pronunciation: respelling(fôrmər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
former adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (previous, one time, ex)πρώην επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (ακριβώς πριν)προηγούμενος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο: προηγούμενος)τέως επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (στο μακρινό παρελθόν)πάλαι ποτέ φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 He saw his former wife with another man.
 Είδε την πρώην σύζυγό του με άλλον άντρα.
former adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (earlier)προηγούμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
  (επίσημο)πρότερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My former thought, this morning, was that she was wrong, but I've changed my mind now.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the former nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (first of two mentioned)πρώτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I have a dog and a cat. The former barks while the latter meows.
former nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (one who forms)διαμορφωτής, διαμορφώτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  δημιουργός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Luther is said to be one of the principal formers of the modern German language.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ex-president,
former president
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(person: formerly the president of [sth])πρώην πρόεδρος φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
Former Soviet Union nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Eastern European states) (κράτη ανατολικού μπλοκ)πρώην Σοβιετική Ένωση φρ ως ουσ θηλ κύρ
in former times advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (long ago)τα παλιά τα χρόνια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τον παλιό καιρό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  παλιά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 In former times, children as young as seven had to work in factories.
Macedonia,
Former Yugoslav Republic of Macedonia
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(country in SE Europe) (καθομιλουμένη)Σκόπια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (επίσημο)Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας φρ ως ουσ θηλ κύρ
  (αρκτικόλεξο)ΠΓΔΜ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
sixth former nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (student: 16-18)μαθητής ηλικίας 16-18 ετών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κατ' επέκταση)μαθητής Λυκείου φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'former' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [according, made reference] to the former, the former [champion, president, ambassador] (of), [prefer, choose, select] the former, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση former στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'former'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης