footwear

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfʊtwɛər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈfʊtˌwɛr/ ,USA pronunciation: respelling(fŏŏtwâr′)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
footwear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shoes, boots, etc.) (παπούτσι, μπότα κλπ.)υπόδημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'footwear' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση footwear στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'footwear'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης