footsore

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfʊtsɔːr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈfʊtˌsɔr/ ,USA pronunciation: respelling(fŏŏtsôr′, -sōr′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
footsore adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (tired from walking) (κούραση)πονάνε τα πόδια μου ρ εκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση footsore στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'footsore'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης