fold

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfəʊld/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/foʊld/ ,USA pronunciation: respelling(fōld)


Σε αυτή τη σελίδα: fold, -fold

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fold [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (crease, double over)διπλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)τσακίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Tyler folded the paper into a triangle.
 Ο Τάιλερ δίπλωσε το χαρτί σε ένα τρίγωνο.
fold viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal, figurative (business; fail) (καθομιλουμένη)φαλιρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μτφ: από οικονομικά βάρη)γονατίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The company folded because of the recession.
 Η εταιρεία φαλίρισε λόγω της ύφεσης.
fold viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (end, close)τελειώνω, λήγω, ολοκληρώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (παράσταση)κατεβαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The show is due to fold next week.
fold viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (give in)υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Alison was determined to get her way, so Karen folded in the end.
fold [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hug) (στα χέρια, στην αγκαλιά)κλείνω, σφίγγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sarah's mother folded her into an embrace.
 Η μητέρα της Σάρας την έσφιξε στην αγκαλιά της.
fold [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bird, insect: wings)μαζεύω, διπλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The bird landed and folded his wings.
 Το πουλί προσγειώθηκε και μάζεψε τα φτερά του.
fold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crease)πτυχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ίσια)τσάκιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Crumbs from Peter's lunch got stuck in the folds of his shirt.
 Ψίχουλα από το μεσημεριανό του Πίτερ κόλλησαν στις πτυχές του πουκαμίσου του.
fold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pen for sheep, livestock)μαντρί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The shepherd found the lamb and returned it to the fold.
 Ο βοσκός βρήκε το αρνί και το επέστρεψε στο μαντρί.
fold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (church)εκκλησία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (οι πιστοί)ποίμνιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The preacher tried to bring new converts into the fold.
 Ο ιεροκήρυκας προσπάθησε να προσηλυτίσει νέους πιστούς στο ποίμνιο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fold viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (quit in poker)πάω πάσο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Richard decided to fold rather than to risk all of his money.
 Ο Ρίτσαρντ αποφάσισε να πάει πάσο παρά να ρισκάρει όλα του τα χρήματα.
fold [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (bring to a close)τελειώνω, λήγω, ολοκληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (παράσταση)κατεβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We're folding the play at the end of the season.
fold your hands,
fold your arms
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(hands, arms: clasp or cross)σταυρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Cindy sat quietly, with her hands folded in her lap.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
fold | -fold
ΑγγλικάΕλληνικά
fold [sth] in,
fold in [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(cookery: stir in gently) (μαγειρική)ενσωματώνω απαλά ρ μ + επίρ
 When the eggs and butter are well mixed, fold in the flour.
 Όταν έχουν ανακατευτεί καλά τα αυγά και το βούτυρο, ενσωματώστε απαλά το αλεύρι.
fold [sth] into [sth] vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (cookery: stir gently into [sth](μαγειρική)ενσωματώνω απαλά ρ μ + επίρ
 Fold the egg whites into the batter with a whisk till they are thoroughly blended.
fold up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." US, figurative, informal (break down) (μεταφορικά)καταρρέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Jim folded up when the prosecutor discredited his story.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
fold | -fold
ΑγγλικάΕλληνικά
-fold,
fold
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
suffix (multiplied by, times) (πολλαπλασιασμός)-πλάσια επίθημα
 For example: threefold, three-fold
-fold,
fold
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
suffix (having stated number of parts)-πλος επίθημα
 For example: fivefold, five-fold
fat fold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (overhanging skin on obese person) (λόγω παχυσαρκίας)πτυχή δέρματος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά: στην κοιλιά)σωσίβιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She found it difficult to wash under her fat folds.
fivefold,
five-fold
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having five parts)πενταπλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
fivefold,
five-fold
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(quintuple, times five)πενταπλάσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
fivefold,
five-fold
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(by five, five times)πενταπλάσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
fivefold,
five-fold
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(in five ways)πενταπλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
fold away vi + adv (fold up into smaller unit)διπλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Those chairs can be folded away when they are not in use.
fold down vi + adv (furniture: lower for use)κατεβαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ανοίγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Behind this wall panel is a bed that folds down at night.
 Πίσω από αυτό το κομμάτι του τοίχου υπάρχει ένα κρεβάτι που ανοίγει τη νύχτα.
fold [sth] down,
fold down [sth]
vtr + adv
(furniture: lower for use)κατεβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μαζεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κλείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 On the plane, he folded down the arm rests and fastened his seat belt.
 Στο αεροπλάνο, κατέβασε τα στηρίγματα του καθίσματος και έδεσε τη ζώνη του.
fold-down adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (furniture: convertible)πτυσσόμενος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 He put a fold-down craft table in the children's room.
 Έβαλε ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι για χειροτεχνίες στο παιδικό δωμάτιο.
fold flat vi + adj (be collapsible) (καθομιλουμένη)διπλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είμαι πτυσσόμενος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 My ironing board folds flat for easy storage.
fold [sth] flat vtr + adj (collapse [sth] into compact form)διπλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
fold in half v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (bend over on itself)διπλώνω στα δύο, διπλώνω στη μέση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The table folds in half to make it more portable.
fold [sth] in half v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (fold in two)διπλώνω κτ στα δύο, διπλώνω κτ στη μέση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Fold the paper in half so that nobody can see what you've written.
fold out,
fold down
vi + adv
(unfold into [sth] larger)ανοίγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (όχι έπιπλο)ξεδιπλώνω, ξεδιπλώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The couch folds out to make a bed.
fold out into [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (unfold into [sth] larger)μετατρέπομαι σε κτ ρ αμ + προθ
  γίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ανοίγω και γίνομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The couch folds out into a bed.
fold-out adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (that folds out)πτυσσόμενος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  ανοιγόμενος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Agatha slept on a fold-out couch in the living room.
fold [sth] over vtr + adv (bend [sth] onto itself)διπλώνω κτ στη μέση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  διπλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
fold [sth] up,
fold up [sth]
vtr + adv
(make smaller by creasing)διπλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Roger folded up the piece of paper and put it in his pocket.
fold [sth] up,
fold up [sth]
vtr + adv
(collapse for portability)κλείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  διπλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μαζεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Fold up the table and put it in the truck, please.
fold up vi + adv (collapse, flatten)διπλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κλείνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συμπτύσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The chair folds up for easy storage.
 Η καρέκλα διπλώνει για εύκολη αποθήκευση.
fold your arms v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (cross and hold arms over chest) (μπροστά στην κοιλιά)σταυρώνω τα χέρια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
fold-up adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (collapsible by folding)πτυσσόμενος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)σπαστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αναδιπλούμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 When my son comes to stay, he sleeps on a fold-up bed.
four-fold adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (four times as much or many) (4 φορές)τετραπλάσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (4 φορές ή 4 στοιχεία)τετραπλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
four-fold advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (four times)τετραπλάσια, τετραπλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  τέσσερις φορές περισσότερο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
four-fold advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in four ways)με τέσσερις τρόπους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
fourfold,
four-fold
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having four parts)τετραπλός, τετραμερής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
fourfold,
four-fold
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(by four, four times)τέσσερις φορές φρ ως ουσ θηλ πλ
  (παλαιό)τετράκις επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
return to the fold v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (come back home) (μεταφορικά)επιστροφή στη βάση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I was travelling the world for the last nine years but now I've returned to the fold.
 Ταξίδεψα τον κόσμο για εννέα χρόνια και τώρα έχω επιστρέψει στη βάση μου.
sevenfold,
seven-fold
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(times seven)επταπλάσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  επταπλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
sevenfold,
seven-fold
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(by seven, seven times)επτά φορές φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
sheepfold,
sheep-fold
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(pen for sheep)μαντρί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
sixfold,
six-fold
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having six parts)εξαπλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εξαμερής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 We propose a sixfold approach to the problem.
sixfold,
six-fold
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(times six)εξαπλάσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The country has seen a sixfold increase in gun crime since the law was changed.
sixfold,
six-fold
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(by six, six times)εξαπλάσια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The population of the town has grown sixfold over the past 50 years.
tenfold,
ten-fold
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having ten parts)δεκαμελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The process is tenfold, so make sure you are familiar with each step before you begin.
tenfold,
ten-fold
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(times ten: in greatness, etc.)δεκαπλάσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 James vowed tenfold revenge on the company that wronged him.
tenfold,
ten-fold
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(by ten, ten times)δεκαπλάσια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The population has increased tenfold in the last fifty years.
threefold,
three-fold
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(treble, triple, times three)τριπλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  τριπλάσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  τρεις φορές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 There was a threefold increase in sales last month.
threefold,
three-fold
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(by three, three times)τρεις φορές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  επί τρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The size of the student body has increased threefold in the past twenty years.
threefold,
three-fold
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(stage scenery)τρίπτυχο σκηνικό επίθ + ουσ ουδ
twofold,
two-fold
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having two parts)διπλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  διττός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There is a twofold explanation for this phenomenon.
twofold,
two-fold
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(double, times two)διπλάσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  διπλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  στο διπλάσιο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 There had been a twofold increase in business.
 Υπήρξε διπλάσια αύξηση στη δουλειά.
twofold,
two-fold
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(doubly, by two)δύο φορές φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  επί δύο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  στο διπλάσιο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 They hope to increase their profits twofold.
 Ελπίζουν να αυξήσουν κατά δύο φορές τα κέρδη τους.
twofold,
two-fold
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(in two ways)διπλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (λόγιος)διττός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
twofold,
two-fold
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(stage scenery)δίπτυχο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fold' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [ten] -fold [increase, decrease] (in), crease the fold [well, tightly, sharply], a [tight, sharp] fold, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fold στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'fold'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης