Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

fixed charge


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο fixed παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: charge
Σε αυτή τη σελίδα: fixed, fix

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fixed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not movable)σταθερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 That's a fixed piece of equipment; you can't move it somewhere else.
 Αυτό είναι ένα σταθερό κομμάτι εξοπλισμού. Δεν μπορείς να το μετακινήσεις πουθενά αλλού.
fixed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not variable)σταθερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The interest rate on the mortgage was fixed.
 Το επιτόκιο της υποθήκης ήταν σταθερό.
fixed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (repaired)που έχει επισκευαστεί, που έχει επιδιορθωθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Tom's broken down car was fixed when he came home on his birthday.
 Το χαλασμένο αυτοκίνητο του Τομ είχε επιδιορθωθεί όταν ήρθε σπίτι για τα γενέθλιά του.
fixed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." colloquial (result prearranged) (καθομιλουμένη)στημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 It was clearly a fixed game; there's no way that team won fairly!
 Ήταν καθαρά ένας στημένος αγώνας. Δε μπορεί εκείνη η ομάδα να νίκησε δίκαια!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fixed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, euphemism (animal: neutered)στειρωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Kate made sure her dog was fixed before she adopted him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put right, repair)επισκευάζω, επιδιορθώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  διορθώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Will fixed his bike with some small tools. The student fixed the mistakes in her homework.
 Επισκεύασε (or: επιδιόρθωσε) το ποδήλατό του με μερικά μικρά εργαλεία.
 Ο μαθητής διόρθωσε τα λάθη στην έκθεσή του.
fix [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (attach) (κάτι σε κάτι)στερεώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (τοποθετώ)βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (στον τοίχο)κρεμάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let me fix this poster to the wall.
 Άσε με να κρεμάσω την αφίσα στον τοίχο.
fix [sth],
fix [sth] at [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(price: set) (χρήματα)καθορίζω, σταθεροποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)παγώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We fixed the price at nineteen dollars each.
 Καθορίσαμε (or: σταθεροποιήσαμε) την τιμή στα δεκαεννιά δολάρια το τεμάχιο.
 Παγώσαμε την τιμή στα δεκαεννιά δολάρια το τεμάχιο.
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (meal, food: prepare) (γεύμα)ετοιμάζω, φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She fixed the meal for the children.
 Ετοίμασε (or: έφτιαξε) το φαγητό των παιδιών.
fix [sth],
fix [sth] on [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(attention: direct) (την προσοχή μου σε κάτι)συγκεντρώνω, εστιάζω, προσηλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  στρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Now fix your attention on the tallest player.
 Τώρα συγκέντρωσε την προσοχή σου στον ψηλότερο παίκτη.
 Τώρα στρέψε την προσοχή σου στον ψηλότερο παίκτη.
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (artificially ensure result) (καθομιλουμένη, μτφ)στήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι στημένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The election was fixed, and the government candidate won easily.
 ΟΙ εκλογές ήταν στημένες και ο κυβερνητικός υποψήφιος κέρδισε εύκολα.
fix [sth],
fix [sth] on [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(hold steady)κρατώ σταθερό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σταθεροποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (βλέμμα)εστιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The optometrist told him to fix his eyes on the dot on the wall.
 Ο οπτικός του είπε να εστιάσει το βλέμμα του στην κουκκίδα στον τοίχο.
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make permanent)σταθεροποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We use this chemical to fix the colours in the T-shirt.
 Χρησιμοποιήσαμε αυτό το χημικό για να σταθεροποιήσουμε τα χρώματα στο μπλουζάκι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (repairs)επισκευή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  επιδιόρθωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The fix had not lasted long, and the car was back in the repair shop.
fix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (drugs)δόση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The addict got his fix from cocaine.
fix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (bribery) (μεταφορικά)στήσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The mafia arranged the fix for the boxing match.
fix viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (become solid)σφίγγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)στερεοποιούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The gelatine fixes in one hour.
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (photography)επεξεργάζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)φιξάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The photographer fixed the prints in the correct solution.
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (adjust, touch up)διορθώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let me fix my make-up and we can go.
fix [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, slang (take revenge on) (καθομ, μεταφορικά)φτιάχνω, κανονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He is going to fix you right when he finds out about this!
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (neuter)στειρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ: συνήθως στα χωριά)μουνουχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Yes, all the dogs have been fixed so they won't have any puppies.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
fixed | fix
ΑγγλικάΕλληνικά
fixed charge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (finance: expense type)πάγια χρέωση επίθ + ουσ θηλ
  πάγιο τέλος επίθ + ουσ ουδ
  πάγια επιβάρυνση επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fixed charge στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'fixed charge'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης