fix

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfɪks/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/fɪks/ ,USA pronunciation: respelling(fiks)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put right, repair)επισκευάζω, επιδιορθώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  διορθώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Will fixed his bike with some small tools. The student fixed the mistakes in her homework.
 Επισκεύασε (or: επιδιόρθωσε) το ποδήλατό του με μερικά μικρά εργαλεία.
 Ο μαθητής διόρθωσε τα λάθη στην έκθεσή του.
fix [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (attach) (κάτι σε κάτι)στερεώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (τοποθετώ)βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (στον τοίχο)κρεμάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let me fix this poster to the wall.
 Άσε με να κρεμάσω την αφίσα στον τοίχο.
fix [sth],
fix [sth] at [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(price: set) (χρήματα)καθορίζω, σταθεροποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)παγώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We fixed the price at nineteen dollars each.
 Καθορίσαμε (or: σταθεροποιήσαμε) την τιμή στα δεκαεννιά δολάρια το τεμάχιο.
 Παγώσαμε την τιμή στα δεκαεννιά δολάρια το τεμάχιο.
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (meal, food: prepare) (γεύμα)ετοιμάζω, φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She fixed the meal for the children.
 Ετοίμασε (or: έφτιαξε) το φαγητό των παιδιών.
fix [sth],
fix [sth] on [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(attention: direct) (την προσοχή μου σε κάτι)συγκεντρώνω, εστιάζω, προσηλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  στρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Now fix your attention on the tallest player.
 Τώρα συγκέντρωσε την προσοχή σου στον ψηλότερο παίκτη.
 Τώρα στρέψε την προσοχή σου στον ψηλότερο παίκτη.
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (artificially ensure result) (καθομιλουμένη, μτφ)στήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι στημένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The election was fixed, and the government candidate won easily.
 ΟΙ εκλογές ήταν στημένες και ο κυβερνητικός υποψήφιος κέρδισε εύκολα.
fix [sth],
fix [sth] on [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(hold steady)κρατώ σταθερό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σταθεροποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (βλέμμα)εστιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The optometrist told him to fix his eyes on the dot on the wall.
 Ο οπτικός του είπε να εστιάσει το βλέμμα του στην κουκκίδα στον τοίχο.
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make permanent)σταθεροποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We use this chemical to fix the colours in the T-shirt.
 Χρησιμοποιήσαμε αυτό το χημικό για να σταθεροποιήσουμε τα χρώματα στο μπλουζάκι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (repairs)επισκευή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  επιδιόρθωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The fix had not lasted long, and the car was back in the repair shop.
fix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (drugs)δόση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The addict got his fix from cocaine.
fix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (bribery) (μεταφορικά)στήσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The mafia arranged the fix for the boxing match.
fix viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (become solid)σφίγγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)στερεοποιούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The gelatine fixes in one hour.
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (photography)επεξεργάζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)φιξάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The photographer fixed the prints in the correct solution.
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (adjust, touch up)διορθώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let me fix my make-up and we can go.
fix [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, slang (take revenge on) (καθομ, μεταφορικά)φτιάχνω, κανονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He is going to fix you right when he finds out about this!
fix [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (neuter)στειρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ: συνήθως στα χωριά)μουνουχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Yes, all the dogs have been fixed so they won't have any puppies.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
fix on [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] US, informal (date, venue: choose)αποφασίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταλήγω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)φιξάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Have you fixed on a church for the wedding?
fix up [sth],
fix [sth] up
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
informal (repair, restore)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επισκευάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We'll fix up the living room with new curtains and a new rug. She fixed up her house in order to sell it.
 Θα φτιάξουμε το καθιστικό βάζοντας νέες κουρτίνες και καινούριο χαλί.
 Επισκεύασε το σπίτι της για να το πουλήσει.
fix [sb] up,
fix up [sb] and [sb]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
informal (pair romantically)κάνω προξενιό σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τα φτιάχνω σε κπ με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό)κάνω κονέ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό)κάνω κονέ σε κπ με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Stop trying to fix me up; I'm happy being single.
fix [sb] up with [sb] vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." informal (pair romantically)προξενεύω κπ με κπ ρ μ + πρόθ
  (αργκό)κάνω κονέ σε κπ με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Joan is trying to fix me up with one of her single friends.
 Η Τζόαν προσπαθεί να με προξενέψει με κάποιον από τους φίλους της που είναι ελεύθερος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fix a bug v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (correct software error) (πληροφορική)διορθώνω σφάλμα προγραμματισμού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
fix the price v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (agree on cost)ορίζω, κανονίζω την τιμή ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The management team met to fix the price for selling their newest product line.
fix the price viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (collusion between sellers to set price) (μεταφορικά)στήνω την τιμή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 There's no point in shopping around for a cheaper one. The shopkeepers all know each other round here and fix the price.
get a fix v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (take drug) (ναρκωτικά)παίρνω τη δόση μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 People addicted to street drugs will do just about anything to get a fix.
get a fix on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (ascertain) (ιδέα)παίρνω μια ιδέα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I talked to several people to get a fix on what actually happened.
in a fix adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (in difficult situation)σε δύσκολη θέση, σε δύσκολη κατάσταση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I was in a fix because I had to be in two places at the same time.
quick fix nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (temporary solution)πρόχειρη λύση επίθ + ουσ θηλ
  προσωρινή λύση επίθ + ουσ θηλ
quick-fix n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (solution: temporary)πρόχειρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  προσωρινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fix' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: fix the [car, toaster], a [quick, simple, unreliable, temporary, permanent] fix, fix the broken [part, toaster], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fix στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'fix'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης