feeding

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfiːdɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(fēding)


From the verb feed: (⇒ conjugate)
feeding is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: feeding, feed

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
feeding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (baby)τάισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  φαγητό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The baby needed feeding every few hours at first.
 Στην αρχή τα μωρά χρειάζονται τάισμα κάθε λίγες ώρες.
feeding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal)τάισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Feeding takes a long time, so the farmer gets up early.
 Το τάισμα παίρνει πολλή ώρα και έτσι ο αγρότης ξυπνά νωρίς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
feed [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give food to)ταΐζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  τρέφω, θρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)επισιτίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I need to feed the children.
 Πρέπει να ταΐσω τα παιδιά.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Έχει πέντε στόματα να θρέψει.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η τήρηση του Οδηγού Υγιεινής είναι απαραίτητη για μονάδες που επισιτίζουν μέχρι χίλια τριακόσια άτομα ημερησίως.
feed [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give food to an animal)ταΐζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Helen feeds the dog every morning.
 Η Έλεν ταΐζει τον σκύλο κάθε πρωί.
feed [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be a food source)τρέφω, θρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κυριολεκτικά)δίνω τροφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)παρέχω τροφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This farm feeds the entire village.
 Αυτή η φάρμα τρέφει ολόκληρο το χωριό.
feed [sb/sth] on [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give [sth] as nourishment) (κάποιον/κάτι με κάτι)ταΐζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She feeds her chickens on a variety of scraps.
 Ταΐζει τις κότες της με μια ποικιλία από αποφάγια.
feed [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (supply)τροφοδοτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This pipe feeds the radiator.
 Αυτός ο σωλήνας τροφοδοτεί το καλοριφέρ.
feed [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (supply) (κάτι με κάτι)προμηθεύω, παρέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε συσκευή)τροφοδοτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The operator feeds paper to the printing press.
 Ο χειριστής τροφοδοτεί το τυπογραφικό πιεστήριο με χαρτί.
feed nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food for animals)τροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ζωοτροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (συνήθως για κατοικίδια)φαγητό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The farmer needs to buy more feed for her pigs.
 Η κτηνοτρόφος πρέπει να αγοράσει τροφή για τα γουρούνια της.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Έδωσες στη γάτα το φαγητό της;
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
feed nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (meal)φαΐ, φαγητό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I have to give the kids their feed, then we have to go to the pool.
feed nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (supply mechanism)τροφοδοτικό επίθ ως ουσ ουδ
 There was a problem with the photocopier's paper feed.
feed nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (broadcast)μετάδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The live feed from New York has stopped working, so we are going to show some commercials.
feed nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (breastfeeding) (διαδικασία)τάισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  θηλασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The baby had a good feed this morning.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το μωρό ξύπνησε για το πρωινό τάισμα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το μωρό ξύπνησε για τον πρωινό θηλασμό.
feed on [sth] vi + prep (animal: eat)τρέφομαι με ρ αμ + μόριο
  τρώω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The animals feed on grass.
feed on [sth] vi + prep figurative (ideas, fears) (μεταφορικά: αναπτύσσομαι)τρέφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Panic feeds on people's fears.
 Ο πανικός τρέφεται από τους φόβους των ανθρώπων.
feed [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (gratify)τέρπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάτι)προσφέρω ευχαρίστηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Art feeds the spirit.
feed [sth] to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (supply) (κάποιον με κάτι)τροφοδοτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι σε κάποιον)παρέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The media feeds the news to people.
feed [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (encourage)μεγαλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ενισχύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Don't say anything to feed his ego.
feed [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (supply) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The assistant fed the actor his lines.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
feeding | feed
ΑγγλικάΕλληνικά
breast feeding,
breastfeeding,
breast-feeding
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(suckling a baby)θηλασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Breastfeeding can promote emotional attachment between a mother and her child.
feeding bottle,
baby bottle,
baby's bottle,
also US: nursing bottle
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(infant's feeding receptacle)μπιμπερό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μπουκαλάκι, μπουκάλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Nina is breast-fed, so her baby bottle is always filled with water.
feeding bottle,
also US: nursing bottle
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(receptacle for feeding young animals)μπιμπερό ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  μπουκάλι, μπουκαλάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
feeding frenzy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animals: ruthless attack) (καρχαρίες, πιράνχας κλπ.)μανία να τραφούν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  φρενήρης επίθεση επίθ + ουσ θηλ
feeding frenzy,
media feeding frenzy
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (media: aggressive coverage) (μέσα ενημέρωση)φρενίτιδα του Τύπου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  φρενήρης κάλυψη γεγονότος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
feeding tube nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nasogastric tubing)καθετήρας σίτισης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The patient was fitted with a feeding tube.
force feeding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (use of a tube to force nourishment)τάισμα με το ζόρι, εξαναγκαστικό τάϊσμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
force feeding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gavage: feeding of geese)τάισμα με το ζόρι, εξαναγκαστικό τάϊσμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 There would be no pâté de foie gras without the force feeding of geese.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'feeding' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: it's feeding time at the [zoo, animal shelter], [animal, tiger, lion, zoo, livestock, cattle, baby] feeding, the feeding of the [animals], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση feeding στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'feeding'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης