fat

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfæt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/fæt/ ,USA pronunciation: respelling(fat)


Inflections of 'fat' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
fatter
adj comparative
fattest
adj superlative
Inflections of 'fat' (v): (⇒ conjugate)
fats
v 3rd person singular
fatting
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
fatted
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
fatted
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bodily substance)λίπος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 All bodies have some fat.
 Όλα τα σώματα έχουν μια ποσότητα λίπους.
fat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (oily substance in food) (φαγητού)λίπος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She trimmed the fat off her steak before eating it.
 Έβγαλε το λίπος από την μπριζόλα πριν την φάει.
fat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (component of food)λιπαρά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 This cheese tastes so good because it is high in fat.
 Κοίτα! Αυτό το τυρί έχει τόσο ωραία γεύση επειδή έχει πολλά λιπαρά.
fat adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." potentially offensive (person: overweight) (ενίοτε μειωτικό)παχύς, χοντρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (προσβλητικό)τόφαλος ουσ ως επιθ
 Eric admitted that he was fat and had to lose weight.
 Ο Έρικ παραδέχτηκε ότι ήταν παχύς (or: χοντρός) και ότι έπρεπε να χάσει βάρος.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fat adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (large)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (φορτίο)βαρύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The truck was carrying a fat load.
 Το φορτηγό μετέφερε μεγάλο φορτίο.
 Το φορτηγό μετέφερε βαρύ φορτίο.
fat adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (thick)χοντρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She took a fat book out of her bag and opened to page 1002.
 Πήρε ένα χοντρό βιβλίο από την τσάντα της και το άνοιξε στη σελίδα 1002.
fat adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (lucrative)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο)επικερδής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μισθός, παροχές κλπ)παχυλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The ex-politician won a fat contract from the city.
 Ο πρώην πολιτικός κέρδισε ένα μεγάλο συμβόλαιο από την πόλη.
 Ο πρώην πολιτικός έκλεισε ένα επικερδές συμβόλαιο από την πόλη.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Είναι πολύ καλός στη δουλειά του και παίρνει παχυλό μισθό.
fat,
fatty
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (greasy)λιπαρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This burger is so fat! It's quite disgusting.
 Αυτό το χάμπουργκερ είναι τόσο λιπαρό! Είναι εντελώς αηδιαστικό.
fat adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." dated, Biblical (fertile)γόνιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The land was fat, and anything would grow there.
 Η γη ήταν γόνιμη και οτιδήποτε μπορούσε να αναπτυχθεί εκεί.
fat adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal, figurative (swollen)πρησμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 My ankles are fat from being on my feet all day.
 Οι αστράγαλοί μου είναι πρησμένοι επειδή ήμουν στο πόδι όλη μέρα.
fat viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." archaic (become fat) (εγώ ο ίδιος)παχαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  χοντραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
fat [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." archaic (make fat)παχαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  χοντραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They fatted the calf for several months before killing it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
body fat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fat on body)σωματικό λίπος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 That athlete has almost no body fat; she is all muscle.
chew the fat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (have a long chat) (καθομιλουμένη)ψιλοκουβεντιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I'd love to stand around chewing the fat, but these bills aren't going to pay themselves.
deep fryer,
deep fat fryer
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(food-cooking machine)φριτέζα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She dropped the balls of dough into the deep fryer to make donuts.
fat ass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. pejorative, vulgar, offensive, slang (overweight person) (αργκό, προσβλητικό)χοντροκώλης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Martin was given detention for a week for calling his classmate a fat ass.
fat cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] wealthy)πάπλουτος επίθ ως ουσ αρσ
  μεγιστάνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  κροίσος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
fat cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (important, influential person)ισχυρός επίθ ως ουσ αρσ
  παντοδύναμος επίθ ως ουσ αρσ
fat cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lazy, privileged person)κακομαθημένος μτχ πρκ ως ουσ
Fat chance! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (unlikely) (καθομ, εμφατικός τύπος)Σιγά επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (αργκό)Δεν το βλέπω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Το σιγά αποτελεί μέρος έκφρασης και δε λειτουργεί ως αυτόνομο επίρρημα.
 Ha! Fat chance that he will ever pay you back.
 Α! Σιγά μη σε ξεπληρώσει ποτέ.
 Α! Δεν το βλέπω να σε ξεπληρώσει ποτέ.
fat fold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (overhanging skin on obese person) (λόγω παχυσαρκίας)πτυχή δέρματος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά: στην κοιλιά)σωσίβιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She found it difficult to wash under her fat folds.
fat lip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (swollen lip)πρησμένο χείλος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 John's fat lip was clear evidence that he had been fighting again.
fat-free adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (food: containing no fats)χωρίς λιπαρά επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: επιθετικός προσδιορισμός
 I bought some fat-free yogurt, but it doesn't taste as good as the real thing! It is a mistake to think that because a food is fat-free, it's also free of calories.
fatback,
fat meat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (cut of pork) (χοιρινό λίπος)λαρδί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
get fat vi + adj informal (put on weight)παχαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  βάζω κιλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I get fat when I don't exercise regularly.
look fat viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (appear overweight)φαίνομαι χοντρός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Darling, does this dress make me look fat?
low fat,
low-fat
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(food: skimmed, light)με χαμηλά λιπαρά φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 Many low-fat foods contain more sugar than their full-fat equivalents.
 Πολλές τροφές με χαμηλά λιπαρά περιέχουν περισσότερη ζάχαρη απ' ό,τι οι αντίστοιχες πλήρεις τροφές.
low-fat milk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (skimmed dairy product)γάλα χαμηλό σε λιπαρά, γάλα με χαμηλά λιπαρά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Low-fat milk contains 1% milk fat.
non-fat milk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (skimmed milk)αποβουτυρωμένο γάλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I use non-fat milk on my cereal, but I prefer whole milk in coffee because it's creamier.
nonfat,
non-fat
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US (fat-free: containing no fat)χωρίς λιπαρά β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
nonfat dry milk,
non-fat dry milk
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (powdered skimmed milk)αποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Nonfat dry milk is more tasty than skim milk.
puppy fat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, figurative, informal (body fat in pre-adolescence) (καθομιλουμένη)παιδικά παχάκια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
saturated fat (nutrition)κορεσμένα λιπαρά μτχ πρκ + ουσ ουδ πλ
skim the fat off vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (remove fat from top of)ξαφρίζω πάχος από έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 After milking the cows, we skimmed the fat off the milk and made butter.
stomach fat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (excess abdominal fat)στομαχικό πάχος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The only way to reduce your stomach fat is to lose weight overall.
trans fat,
trans-fat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(hydrogenated vegetable oil)λίπη trans έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Το λίπη είναι πλ ουδ. Τo trans λειτουργεί ως άκλιτο επίθετο
 Your body has no natural mechanism for eliminating trans-fat.
unsaturated fat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of fat)ακόρεστα λίπη επίθ + ουσ ουδ πλ
vegetable fat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (oil from plant source)φυτικό λίπος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fat' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: archaic: they fatted the [calf, goose], [meat, animal, pork, vegetable] fat, fat [cells, molecules], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fat στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'fat'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης