fancy

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfænsi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈfænsi/ ,USA pronunciation: respelling(fansē)

Inflections of 'fancy' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
fancier
adj comparative
fanciest
adj superlative
Inflections of 'fancy' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": fancies
Inflections of 'fancy' (v): (⇒ conjugate)
fancies
v 3rd person singular
fancying
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
fancied
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
fancied
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fancy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (elaborately decorative)φανταχτερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)φαντεζί επιθ ακλ
  (για ρούχα)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her dress had a fancy collar.
 Το φουστάνι της είχε φανταχτερό γιακά.
fancy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (expensive, high quality) (μεταφορικά)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ακριβός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)κυριλέ επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 When Jessica got rich, she started eating at fancy restaurants.
 Όταν πλούτισε, η Τζέσικα άρχισε να τρώει σε καλά εστιατόρια.
fancy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (elaborate) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εξεζητημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σύνθετος, πολύπλοκος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I normally eat simple meals when I'm on my own, but I like to make something fancy when I have guests.
fancy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (superior)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He had some very fancy ideas about himself.
 Είχε πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.
fancy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (imagination)φαντασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He would paint whatever caught his fancy.
 Ζωγραφίζει ό,τι του εξάπτει τη φαντασία.
fancy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (whim)όρεξη, διάθεση, επιθυμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)κέφι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He was seized by a sudden fancy to go swimming, so he took the day off work.
 Του ήρθε μια ξαφνική διάθεση να πάει στη θάλασσα κι έτσι πήρε ρεπό από τη δουλειά.
 Ξαφνικά, του έκανε κέφι να πάει στη θάλασσα κι έτσι πήρε ρεπό από τη δουλειά.
fancy [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK, informal (like, want)θέλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μου αρέσει αντων + ρ μ
  μου κάνει κέφι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό)γουστάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Do you fancy a round of golf this afternoon?
 Θα ήθελες ένα γύρο γκολφ το απόγευμα;
 Θα σου άρεσε κέφι ένας γύρος γκολφ το απόγευμα;
 Θα σου έκανε κέφι ένας γύρος γκολφ το απόγευμα;
fancy doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK, informal (like, want) (να κάνω κάτι τώρα)θέλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (να κάνω κάτι γενικά)μου αρέσει αντων + ρ μ
 I fancy going out for a meal this evening.
 Θέλω να βγω για φαγητό σήμερα το βράδυ.
fancy [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK, slang (be attracted to [sb])μου αρέσει αντων + ρ μ
  (αργκό)γουστάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Mick admitted that he fancied Laura.
 Ο Μικ παραδέχτηκε ότι του αρέσει η Λάουρα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fancy!,
fancy that!
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
dated (expressing amazement)άκου να δεις! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
fancy for [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (liking) (σε κάτι)προτίμηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  αδυναμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He had a fancy for fast cars.
 Είχε προτίμηση για γρήγορα αμάξια.
fancy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (cake)παστάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 She put out a tray of iced fancies for us.
the fancy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. archaic (people following a sport)οι φίλαθλοι, οι οπαδοί άρθ ορ + ουσ αρσ πλ
  οι λάτρεις άρθ ορ + ουσ αρσ πλ
fancy that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK (imagine) (ότι, πως)φαντάζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He fancied that we would win the sweepstake.
 Φαντάστηκε ότι θα κερδίζαμε στη λοταρία.
fancy [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK, slang (imagine)φαντάζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 In his dreams, Kyle fancied what life must be like as a millionaire footballer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
costume party,
UK: fancy-dress party
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (costumed ball)πάρτυ μεταμφιεσμένων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Children often dress up at Halloween for costume parties.
 Τα παιδιά ντύνονται στη γιορτή του Halloween και πηγαίνουν σε πάρτυ μεταμφιεσμένων.
fancy dress nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (formal or evening clothes)επίσημο ένδυμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
fancy dress nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (costume, disguise)στολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Marco turned up to the party in a Superman outfit, because he thought he was supposed to wear fancy dress.
 Ο Μάρκο εμφανίστηκε στο πάρτι ντυμένος σούπερμαν, επειδή νόμιζε ότι έπρεπε να φορέσει στολή.
fancy-free adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (no commitments, carefree)ανέμελος, ξέγνοιαστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που δεν έχει δεσμεύσεις, χωρίς δεσμεύσεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά: άτομο)ελεύθερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
flight of fancy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (far-fetched imaginings)αποκύημα της φαντασίας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (κάτι θετικό)άπιαστο όνειρο επίθ + ουσ ουδ
  (ενίοτε αποδοκιμασίας)φαντασίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The scientist had flights of fancy about the benefits of his new drug.
passing fancy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (whim, fleeting desire)ιδιοτροπία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  καπρίτσιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Airplanes were just a passing fancy for him, now it is dinosaurs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fancy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is tickling my fancy, a fancy (new) [hotel, restaurant, car, necklace, suit], whatever tickles your fancy, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fancy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'fancy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης