family

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfæmli/, /ˈfæmɪli/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈfæməli, ˈfæmli/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(famə lē, famlē)


Inflections of 'family' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": families

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (parents and children)οικογένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)φαμίλια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She grew up in a happy family. Brian's family are not wealthy, but they live comfortably.
 Μεγάλωσε σε μία ευτυχισμένη οικογένεια.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δουλεύει σκληρά, για να θρέψει τη φαμίλια του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
family adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of a family)οικογενειακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Sunday is a family day.
 Η Κυριακή είναι οικογενειακή ημέρα.
family adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (belonging to a family)οικογενειακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This clock is a family heirloom.
 Αυτό το ρολόι είναι οικογενειακό κειμήλιο.
family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clan, extended)οικογένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)σόι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He's always defending his family's name.
family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (class, group) (μεταφορικά)οικογένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Techno and hip-hop belong to the same family of music.
family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb]'s children)οικογένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)παιδιά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 That couple is planning a large family.
 Αυτό το ζευγάρι σχεδιάζει να αποκτήσει μεγάλη οικογένεια.
 Αυτό το ζευγάρι σχεδιάζει να κάνει πολλά παιδιά.
family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lineage)οικογένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μτφ: αριστροκρατία)σόι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  τζάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She comes from a noble, ancient family.
 Κατάγεται από μια ευγενή, παλαιά οικογένεια.
 Κατάγεται από μεγάλο τζάκι.
 New: Είναι από σόι και νομίζει πως είναι ανώτερη από τους άλλους.
family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (biology: subdivision)οικογένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tigers are part of the cat, or felidae, family.
 Οι τίγρεις ανήκουν στην οικογένεια των αιλουροειδών.
family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (linguistics: category)οικογένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Basque is not part of the Indo-European family of languages.
 Τα Βασκικά δεν ανήκουν στην οικογένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
blended family (family composition)ανασυγκροτημένη οικογένεια επίθ + ουσ θηλ
cat family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (felines) (επίσημο)αιλουρίδες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The lion is a member of the cat family.
extended family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (relatives)οικογένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σόϊ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I only see my extended family at Christmas time.
 Βλέπω το σόϊ μου μόνο τα Χριστούγεννα.
family album nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (photos of a family)οικογενειακό άλμπουμ επίθ + ουσ ουδ
 There are few pictures of my dad in my family album.
family business nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (company owned and run by a family)οικογενειακή επιχείρηση επίθ + ουσ θηλ
 Eventually, his son will take over the family business.
family company nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business: family-owned)οικογενειακή επιχείρηση επίθ + ουσ θηλ
family court,
also US: court of domestic relations,
domestic-relations court
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(law)οικογενειακό δικαστήριο επίθ + ουσ ουδ
  δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
family crest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (coat of arms)οικόσημο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
family doctor,
family physician
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
mainly US (GP: physician who treats all ages)οικογενειακός γιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  (ειδικότητα)γενικός ιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
family feud nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (argument within a family)οικογενειακή έχθρα επίθ + ουσ θηλ
  οικογενειακός καβγάς, οικογενειακός καυγάς επίθ + ουσ αρσ
family friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (friend of your family)οικογενειακός φίλος, οικογενειακή φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
family guy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (loving husband and father)οικογενειάρχης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  καλός οικογενειάρχης επίθ + ουσ αρσ
family leave nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (to care for baby or [sb] ill)άδεια για οικογενειακούς λόγους φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
family life nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (how a family lives, interacts)οικογενειακή ζωή επίθ + ουσ θηλ
family meal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dinner eaten at home with family)οικογενειακό γεύμα επίθ + ουσ ουδ
  οικογενειακό τραπέζι επίθ + ουσ ουδ
family member nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (close relative)μέλος της οικογενείας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Your friends and family members are welcome to join us. The nurse said only family members were allowed to see the patient.
 Οι φίλοι και τα μέλη της οικογένειας μπορούν να έρθουν μαζί μας. Η νοσοκόμα είπε ότι μόνο τα μέλη της οικογένειας μπορούν να δουν τον ασθενή.
family name nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (surname, last name)επίθετο, επώνυμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He's the last surviving male so it's his task to carry on the family name.
family planning nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (use of contraception)οικογενειακός προγραμματισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 You're not pregnant again, are you? Have you never heard of family planning!
family practice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medical specialization)γενική ιατρική επίθ + ουσ θηλ
family restaurant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (eatery suitable for children)εστιατόριο κατάλληλο για οικογένειες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
family restaurant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (eatery owned and run by a family)οικογενειακό εστιατόριο επίθ + ουσ ουδ
  οικογενειακή ταβέρνα επίθ + ουσ θηλ
family reunion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (relatives: get-together)οικογενειακή συγκέντρωση, οικογενειακή συνάντηση επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)οικογενειακή μάζωξη επίθ + ουσ θηλ
 My brother-in-law is visiting from Australia next week, so we're all getting together for a family reunion.
family room nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (living room, lounge)σαλόνι, καθιστικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We have a big-screen TV in our family room. I love to sit in the family room and read a good book all day.
family size nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (number of people in a family)μέγεθος της οικογένειας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
family-size n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (food: enough for several people)οικονομική συσκευασία επίθ + ουσ θηλ
  οικογενειακό μέγεθος επίθ + ουσ ουδ
family-size n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (large enough for several people)οικογενειακού μεγέθους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  που φτάνει για μια οικογένεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
family tension nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hostility within a family)οικογενειακές εντάσεις επίθ + ουσ θηλ πλ
  εντάσεις στην οικογένεια φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 My mother disinherited my older brother and that has caused family tension.
family ties nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (closeness to relatives)οικογενειακοί δεσμοί ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 We all live far apart but our family ties are still strong.
family time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (time spent with family)χρόνος με την οικογένεια φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
family tree nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (genealogical chart)οικογενειακό δέντρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My sixteen great-great-grandparents sit at the top of my family tree.
 Οι δεκαέξι προ-προπαππούδες μου βρίσκονται στην κορυφή του οικογενειακού μου δέντρου.
family values nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (belief in traditional family unit)οικογενειακές αξίες φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  αξίες της οικογένειας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Family values is often a code phrase to justify bigotry.
family-owned,
family owned
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(belonging to a family)οικογενειακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies.
family-sized,
family-size
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(food: enough for several people)σε οικονομική συσκευασία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  οικογενειακού μεγέθους φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  μεγάλου μεγέθους φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
family-sized,
family-size
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(large enough for several people)οικογενειακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που χωράει μια οικογένεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
foster family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (family who adopt a child temporarily)ανάδοχη οικογένεια επίθ + ουσ θηλ
 Lorraine was brought up by her foster family.
FPA nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (Family Planning Association)Σύνδεσμος Οικογενειακού Προγραμματισμού φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
GP nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, colloquial, initialism (doctor: general practitioner)γενικός γιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη: συχνό αν και αδόκιμο)παθολόγος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 When is the last time you saw your GP for a physical exam?
happy family,
grey-crowned babbler
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
AU (bird native to Australia) (επίσημο: πτηνό)Pomatostomus temporalis ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
happy family,
apostle bird
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (crowlike bird) (επίσημο: πτηνό)Struthidea cinerea ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
host family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (family one lodges with)οικογένεια που φιλοξενεί ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My host family made me feel very welcome. We played host family to an exchange student from Germany.
 Η οικογένεια που με φιλοξενεί με έκανε να νιώσω ευπρόσδεκτος. Ήμασταν η οικογένεια που φιλοξενούσε ένα μαθητή από το πρόγραμμα ανταλλαγής από τη Γερμανία.
immediate family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (parents, siblings, children)κοντινοί συγγενείς επίθ + ουσ αρσ
  (συνήθως πιο επίσημο)στενό οικογενειακό περιβάλλον φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (καθομιλουμένη)οι δικοί μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο: σε έγγραφα)εγγύτεροι συγγενείς επίθ + ουσ αρσ
 Although I had confided in an uncle and a distant cousin, my immediate family knew nothing about my plans.
large family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (family with many children)μεγάλη οικογένεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 As the oldest child in a very large family she never wanted kids of her own.
noble family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (aristocratic background)αριστοκρατική οικογένεια επίθ + ουσ θηλ
nuclear family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (parents and children)πυρηνική οικογένεια επίθ + ουσ θηλ
 A nuclear family means two parents and their children.
 Πυρηνική οικογένεια είναι οι δύο γονείς και τα παιδιά τους.
raise a family v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (bring up children)κάνω οικογένεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
royal family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (monarch and immediate relatives)βασιλική οικογένεια επίθ + ουσ θηλ
 After marrying the prince, she was considered a member of the royal family.
run in the family,
run in [sb]'s family
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be inherited, genetic)είμαι κληρονομικός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  είναι οικογενειακό μας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Artistic talent must run in Paul's family; he and his three sisters are all painters.
single-family adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (type of dwelling)μονοκατοικία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  για μία οικογένεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχο επίθετο.
single-family home,
single family home
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(house: detached)μονοκατοικία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
theatrical family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (acting dynasty)θεατρική οικογένεια επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'family' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [large, small, close, distant] family, a [devoted, real] family [man, guy], a [member, part] of the family, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση family στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'family'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης