familiarity

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/fəˌmɪliˈærɪti/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/fəˌmɪliˈærɪti, -mɪlˈyær-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(fə mil′ē ari tē, -mil yar-)



Inflections of 'familiarity' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": familiarities

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
familiarity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (acquaintance with [sb](με κάποιον)οικειότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My familiarity with Emma makes me the best person to speak to her about the problem.
familiarity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (knowledge: of subject) (με αντικείμενο)εξοικείωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
familiarity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (being informal with [sb])οικειότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Dan uses too much familiarity when he speaks with his boss.
familiarity nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (improper advances)απρέπεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'familiarity' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση familiarity στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'familiarity'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης