Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

fall proof


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο fall παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: proof

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fall viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (come down)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I fell from a ladder yesterday. It's autumn and the leaves are falling.
 Έπεσα από τη σκάλα χθες. Είναι φθινόπωρο και πέφτουν τα φύλλα.
fall viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (abate) (μεταφορικά)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσ: λιγοστεύω)μειώνομαι, ελαττώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Demand for this product has fallen recently.
 Η ζήτηση για αυτό το προϊόν έπεσε πρόσφατα.
 Η ζήτηση για αυτό το προϊόν μειώθηκε (or: ελαττώθηκε) πρόσφατα.
fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of falling) (από ψηλά προς χαμηλά)πτώση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)πέσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The fall of nuts from the tree makes a loud sound.
 Η πτώση των καρπών από το δέντρο κάνει έναν δυνατό θόρυβο.
 Το πέσιμο των καρπών από το δέντρο κάνει έναν δυνατό θόρυβο.
fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (autumn) (εποχή)φθινόπωρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Classes will resume in the fall.
 Τα μαθήματα θα ξανά αρχίσουν το φθινόπωρο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decline)πτώση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The fall in prices will harm our profits.
 Η πτώση των τιμών θα μειώσει τα κέρδη μας.
fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slope)κλίση, κατωφέρεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The field is flat except for a fall towards the river.
 Το χωράφι είναι επίπεδο, εκτός από μια κλίση (or: κατωφέρεια) κοντά στο ποτάμι.
fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ruin) (μεταφορικά)πτώση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This is the story of the decline and fall of Richard Nixon.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτό το βιβλίο περιγράφει την παρακμή και την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (defeat)πτώση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She wrote a book about the Fall of France in 1940.
 Έγραψε ένα βιβλίο για την πτώση της Γαλλίας το 1940.
fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (distance [sth] falls)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The river has a fall of about fifty metres.
 Το ποτάμι πέφτει από μια απόσταση περίπου πενήντα μέτρων.
fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (falling down)πτώση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)πέσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She suffered a bad fall, while horseriding.
 Υπέστη μια άσχημη πτώση ενώ έκανε ιππασία.
fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable ([sth] hanging down)το πώς πέφτει κτ, ο τρόπος που πέφτει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He was enchanted by the fall of her hair on her shoulders.
 Μαγεύτηκε από τον τρόπο που έπεφταν τα μαλλιά της στους ώμους της.
fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sinful lapse) (επίσημο)ολίσθημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A sinner must confess his fall.
 Ένας αμαρτωλός πρέπει να ομολογεί το ολίσθημά του.
fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (surrender, capture)πτώση, άλωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)εκπόρθηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Odysseus wandered for ten years after the fall of Troy.
 Ο Οδυσσέας περιπλανήθηκε για δέκα χρόνια μετά την πτώση (or: άλωση) της Τροίας.
 Ο Οδυσσέας περιπλανήθηκε για δέκα χρόνια μετά την εκπόρθηση της Τροίας.
the Fall,
the Fall of Man
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Bible)Πτώση ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
  πτώση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In the Bible, the serpent brought on the Fall.
 Στη Βίβλο, το φίδι έφερε την Πτώση.
 Στη Βίβλο, το φίδι έφερε την πτώση.
falls nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (waterfall)καταρράκτης, καταρράχτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 You can hear the falls from far off.
 Ο καταρράκτης (or: καταρράχτης) ακουγόταν από μακριά.
fall viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (come to rest) (καθομιλουμένη)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Her gaze fell upon the letter I was writing.
 Το βλέμμα της έπεσε στο γράμμα που έγραφα.
fall viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (collapse)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)καταρρεώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The roof fell under the weight of the snow.
 Η οροφή έπεσε από το βάρος του χιονιού.
 Η οροφή κατέρρευσε υπό το βάρος του χιονιού.
fall viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (die) (μεταφορικά)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He fell in battle, dying like a hero.
 Έπεσε στη μάχη, πεθαίνοντας σαν ήρωας.
fall viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (drop wounded)τραυματίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The soldier fell, and was treated by the medics.
 Ο στρατιώτης τραυματίστηκε και τον περιποιήθηκαν οι γιατροί.
fall viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (temperature: decline) (μεταφορικά)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Temperatures will fall below freezing tomorrow.
 Οι θερμοκρασίες θα πέσουν κάτω από το μηδέν αύριο.
fall viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (government: lose ability) (μεταφορικά)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The government fell, following a scandal.
 Η κυβέρνηση έπεσε μετά το σκάνδαλο.
fall viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (become) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 She fell ill.
 Αρρώστησε.
fall viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (commit a sin)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  χάνω υπόληψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He fell from grace after the discovery of his crimes.
 Έπεσε σε δυσμένεια μετά την ανακάλυψη των εγκλημάτων του.
 Έχασε την υπόληψή του μετά την ανακάλυψη των εγκλημάτων του.
fall viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be included)εμπίπτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Their request falls within the scope of our project.
 Το αίτημά τους εμπίπτει στον σκοπό του έργου μας.
fall on [sth],
fall upon [sth]
vi + prep
figurative (occur on) (καθομιλουμένη)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 My birthday falls on a Saturday this year. The election falls on my birthday.
 Τα γενέθλιά μου πέφτουν Σάββατο φέτος. Οι εκλογές πέφτουν ανήμερα των γενεθλίων μου.
fall on [sth/sb],
fall upon [sth/sb]
vi + prep
(attack)επιτίθεμαι σε κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
fall on [sth],
fall upon [sth]
vi + prep
(eat hungrily) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)πέφτω με τα μούτρα σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τρώω λαίμαργα ρ μ + επίρ
  καταβροχθίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό)χλαπακιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
fall on [sth],
fall upon [sth]
vi + prep
(opportunity: grab enthusiastically)αρπάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
fall across [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (find [sth] by chance)πέφτω πάνω σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
fall across [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (meet [sb] by chance)πέφτω πάνω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
fall asleep vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (be bored) (μεταφορικά)κοιμάμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
fall away vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (diminish)μειώνομαι, ελαττώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Attendance at the church fell away as more and more people moved to the suburbs.
fall away vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (worries, etc.: disappear)εξαφανίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Eventually her emotional burdens simply fell away, and she was her old self again.
fall away from [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (abandon)εγκαταλείπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  απομακρύνομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 As he got older he fell away from the church.
fall back vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (withdraw, retreat)υποχωρώ, οπισθοχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The general ordered his troops to fall back.
fall back on [sb/sth] vi phrasal + prep informal, figurative (resort to, rely on) (μεταφορικά)στρέφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Whenever I am in trouble, I know that I can always fall back on my friends and family.
 Όποτε αντιμετωπίζω δυσκολίες, ξέρω ότι μπορώ πάντα να στραφώ στους φίλους και την οικογένειά μου.
fall behind vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (fail to keep up) (μεταφορικά)μένω πίσω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 If I don't study for two hours every night, I risk falling behind with my class work.
 Αν δεν μελετάω δύο ώρες κάθε βράδυ, κινδυνεύω να μείνω πίσω με τα μαθήματα για την τάξη μου.
fall behind vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (fail to maintain pace)μένω πίσω ρ αμ + επίρ
 The runner started falling behind when he twisted his ankle two miles into the race.
fall down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (structure: collapse) (κτίσμα)καταρρέω, πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The brick wall fell down.
 Ο τούβλινος τοίχος έπεσε.
fall down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (person: trip, slip)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Mike fell down and injured his back.
 Ο Μάικ έπεσε και χτύπησε την πλάτη του.
fall down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (person: fail)αποτυγχάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Many students fall down on this test task.
 Πολλοί μαθητές αποτυγχάνουν σε αυτή τη δοκιμασία.
fall down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative ([sth]: not succeed)αποτυγχάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)καταρρέω, γκρεμίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Negotiations for broadcasting the game fell down over the issue of international TV rights.
 Οι διαπραγματεύσεις για τη μετάδοση του αγώνα κατέρρευσαν με αφορμή το ζήτημα των διεθνών τηλεοπτικών δικαιωμάτων.
fall in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (military: take ranks) (στρατός)στοιχίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  μπαίνω στη σειρά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The soldiers fell in when the whistle blew.
 Οι στρατιώτες στοιχίστηκαν όταν σφύριξε η σφυρίχτρα.
fall in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (collapse)καταρρέω, γκρεμίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The snow was so heavy last year, the roof of the old house fell in.
 Η χιονόπρωση ήταν τόσο ισχυρή πέρυσι που κατέρρευσε η οροφή του παλιού σπιτιού.
fall in with [sb] vi phrasal + prep (start to associate with)κάνω παρέα με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 His grades dropped when he fell in with the wrong crowd.
fall in with [sth] vi phrasal + prep informal (accept: plan, idea)συμφωνώ με κτ ρ αμ + πρόθ
  ακολουθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She is convinced that everyone will fall in with her plan once they understand it.
fall into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (be categorized as)εμπίπτω σε κατηγορία, κατηγοριοποιούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The reform bill falls into the category of well-intentioned but ultimately misguided projects.
 Το νομοσχέδιο των μεταρρυθμίσεων εμπίπτει στην κατηγορία των κατ' ουσία εσφαλμένων έργων που όμως έχουν καλές προθέσεις.
fall off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (decrease)ελαττώνομαι, μειώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Car sales have fallen off during the recession.
 Οι πωλήσεις αυτοκινήτων μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της ύφεσης.
fall on [sb/sth],
fall upon [sb/sth]
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
(attack)επιτίθεμαι σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  (αργκό)την πέφτω σε κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The two men fell on their victim as he was walking down the street.
 Οι δύο άντρες επιτέθηκαν στο θύμα τους ενώ περπατούσε στον δρόμο.
fall on [sth],
fall upon [sth]
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
figurative (food: eat eagerly) (καθομιλουμένη)πέφτω με τα μούτρα σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  καταβροχθίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
fall on [sb],
fall upon [sb]
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
figurative (person: greet, embrace)συναντώ κπ τυχαία ρ μ + επίρ
  (καθομιλουμένη)πετυχαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)πέφτω πάνω σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
fall on [sb],
fall to [sb]
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
(be the obligation of) (λόγιο)βαρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επιβαρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επιρρίπτομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πέφτω σε κπ ρ αμ + πρόθ
fall out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (friends: quarrel)τσακώνομαι, μαλώνω, διαφωνώ, έρχομαι σε ρήξη ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They have fallen out and are no longer speaking to each other.
 Τσακώθηκαν και δεν μιλιούνται πλέον.
fall out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (become detached or lost)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πέφτω έξω ρ αμ + επίρ
 I didn't realise my bag was open; my cell phone fell out and smashed.
 Δεν κατάλαβα ότι είχε ανοίξει η τσάντα μου και το τηλέφωνό μου έπεσε και έγινε κομμάτια.
fall out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (military: leave ranks)λύνω τους ζυγούς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 After the inspection, the soldiers were ordered to fall out.
 Μετά από την επιθεώρηση οι στρατιώτες διατάχθηκαν να λύσουν τους ζυγούς.
fall out over vi phrasal + prep (quarrel because of) (με κπ)τσακώνομαι για κτ, μαλώνω για κτ ρ αμ + πρόθ
  (ανεπίσημο)πλακώνομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  (αργκό)τα σπάω για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
fall out with [sb] vi phrasal + prep informal (quarrel with: a friend)έρχομαι σε ρήξη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)τσακώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)τα σπάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you do not stop gossiping, all your friends are going to fall out with you.
 Αν δεν σταματήσεις το κουτσομπολιό, όλοι σου οι φίλοι θα έρθουν σε ρήξη μαζί σου.
fall over vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (person: trip or slip)σκοντάφτω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 He's so clumsy that he fell over his own feet.
 Είναι τόσο αδέξιος που σκόνταψε στα ίδια του τα πόδια.
fall through vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, figurative (be unsuccessful, come to nothing)αποτυγχάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I thought that the deal would be very profitable for my business, but it fell through at the last minute.
 Πίστευα ότι η συμφωνία θα ήταν πολύ επικερδής για την επιχείρησή μου, αλλά απέτυχε την τελευταία στιγμή.
fall to vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (begin to eat)ξεκινώ να τρώω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)πέφτω με τα μούτρα σε κάτι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
fall under [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (be categorized within)εμπίπτω σε ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)μπαίνω σε ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
fall under [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (come within control, jurisdiction of)εμπίπτω σε ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
fall within [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (be classified under)περιλαμβάνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  ανήκω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (λόγιο)εμπίπτω σε κτ ρ αμ + πρόθ
fall within [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (be included in)είμαι μέσα στα όρια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 All of your vital sign readings fall within the normal range for your age.
 Όλα τα ζωτικά σου σημεία είναι μέσα στα φυσιολογικά όρια για την ηλικία σου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
break [sb]'s fall v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (lessen impact)κάνω να πέσει στα μαλακά εκφρ
  μειώνω τη δύναμη της πρόσκρουσης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Fortunately, the pillow broke the boy's fall, and he wasn't injured.
fall apart vi + adv (physically: into pieces)διαλύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Cheaply made umbrellas fall apart quickly.
 Οι ομπρέλες που φτιάχνονται με φτηνά υλικά διαλύονται γρήγορα.
fall apart vi + adv figurative (emotionally: lose control) (μεταφορικά: χάνω τον έλεγχο)διαλύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It is important not to fall apart when things don't go exactly your way.
 Είναι σημαντικό να μην διαλυθείς, όταν τα πράγματα δεν πάνε ακριβώς όπως τα θέλεις.
fall asleep vi + adj (go to sleep)κοιμάμαι, αποκοιμιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  με παίρνει ο ύπνος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I lay awake in bed, unable to fall asleep.
 Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι ξύπνιος. Ήταν αδύνατο να με πάρει ο ύπνος.
fall back vi + adv (fail to keep up) (μεταφορικά)μένω πίσω ρ αμ + επίρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective that precedes a noun.
 The runner fell back after the fourteenth mile of the marathon, when her legs grew tired.
fall by the wayside v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be abandoned)παραγκωνίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παραβλέπομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  εγκαταλείπομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  με εγκαταλείπουν, με παρατάνε, με παραβλέπουν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Generally, all of Imogen's projects fall by the wayside after a month or two; she gets bored too easily.
fall due v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (payment, etc.: become due) (χρηματικό ποσό)είναι πληρωτέο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  καθίσταται ληξιπρόθεσμο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
fall flat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (fail)αποτυγχάνω παταγωδώς ρ αμ + επίρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πατώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
fall for [sb/sth] vi + prep informal (be attracted) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)την πατάω με κπ, δαγκώνω τη λαμαρίνα με κπ, τη δαγκώνω με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ξετρελαίνομαι με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ερωτεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He is good-looking and smooth: all the women fall for him. Audrey fell for a beautiful pair of shoes she saw in a shop window.
 Είναι όμορφος και γλυκομίλητος. Όλες οι γυναίκες την πατάνε μαζί του.
 Η Ώντρεϋ ξετρελάθηκε με ένα ζευγάρι παπούτσια που είδε σε μια βιτρίνα.
fall for [sth] vi + prep informal (be fooled) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)την πατάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  το χάφτω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The investment scheme promised huge returns, and I fell for it.
 Το επενδυτικό σχέδιο υποσχόταν τεράστιες αποδόσεις και την πάτησα.
fall foul of [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (get into trouble)πέφτω στη δυσμένεια κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)μπλέκω σε μπελάδες με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Agnes fell foul of her boss when she refused to work overtime.
fall foul of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (contravene: a law)παραβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πέφτω σε παρανομία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γίνομαι παράτυπος ρ αμ + επίθ
 John fell foul of the law by neglecting to file a tax return.
fall from grace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reputation becomes damaged)το να πέσω σε δυσμένεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το να χαλάσει η φήμη μου, το να χάσω την καλή μου φήμη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πτώση δημοτικότητας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The rumors about the actor's infidelity triggered his fall from grace.
fall from grace v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (suffer damaged reputation)πέφτω σε δυσμένεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  χάνω την καλή μου φήμη, χαλάει η φήμη μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πέφτει η δημοτικότητά μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Once the party got into power and it became clear it would not fulfil its election promises, it fell from grace.
fall guy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (easy victim)εύκολο θύμα επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)μεγάλο ψάρι επίθ + ουσ ουδ
fall guy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sb] who receives blame)αποδιοπομπαίος τράγος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
fall head over heels v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (tumble)πέφτω με το κεφάλι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Alex fell head over heels down the mountainside.
fall head over heels v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (fall in love)ερωτεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 After knowing him for just two weeks I'd fallen head over heels.
fall head over heels for [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (fall in love) (κάποιον)ερωτεύομαι σφόδρα, ερωτεύομαι τρελά ρ μ + επίρ
  (πολύ γρήγορα)ερωτεύομαι κεραυνοβόλα, ρ μ + επίρ
fall head over heels in love with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (fall in love) (κάποιον)ερωτεύομαι σφόδρα, ερωτεύομαι τρελά ρ μ + επίρ
  (πολύ γρήγορα)ερωτεύομαι κεραυνοβόλα ρ μ + επίρ
fall for [sth] hook,
line and sinker
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be duped)εξαπατώμαι από κτ, ξεγελιέμαι από κτ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)την πατάω με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  καταπίνω κτ αμάσητο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She's so gullible, she fell for his story hook, line, and sinker.
fall in line,
fall into line,
get into line
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(people: line up)σχηματίζω ουρά ρ μ + ουσ θηλ
fall in line,
fall into line,
get into line,
get in line
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (person: conform to rule, authority)συμμορφώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
fall in line,
fall into line,
get into line,
get in line
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (idea, etc.: fit, comply)ταιριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συμφωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συμβαδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
fall in love v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (couple: become infatuated)ερωτεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κάποιον)ερωτεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό)καψουρεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό: κάποιον)καψουρεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The couple fell in love when they were in college.
 Το ζευγάρι ερωτεύτηκε όταν ήταν στο πανεπιστήμιο.
fall in love v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (become infatuated: with [sb])ερωτεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Gina falls in love every five minutes!
fall in love with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (become infatuated with [sb])ερωτεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I think I fell in love with him the very first time we met.
fall in love at first sight v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (become infatuated with a stranger)ερωτεύομαι κεραυνοβόλα ρ αμ + επίρ
 As soon as I saw him across the dancefloor, I fell in love at first sight.
fall in value nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decrease in worth)μείωση αξίας, πτώση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The pound has suffered another fall in value against the dollar.
fall into [sth] vi + prep (descend and land in)πέφτω μέσα σε ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The young girl was rescued several days after she fell into an uncapped well.
 Το νεαρό κορίτσι διασώθηκε αρκετές μέρες αφότου έπεσε μέσα σε ένα ανοιχτό πηγάδι.
fall into disfavor (US),
fall into disfavour (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(earn disapproval)πέφτω σε δυσμένεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
fall into disfavor with [sb] (US),
fall into disfavour with [sb] (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(earn [sb]'s disapproval)πέφτω στη δυσμένεια κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The duke fell into disfavor with the queen and was promptly beheaded.
fall into disuse v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (become obsolete)πέφτω σε αχρηστία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 8-track tape players fell into disuse when cassette recorders appeared.
fall into disuse v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be neglected, fall into disrepair)πέφτω σε αχρηστία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The house had fallen into disuse before they fixed it up.
fall into place v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (happen easily with success)παίρνω το δρόμο μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
fall off vi + adv (become detached)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 One of the buttons on Chloe's coat had fallen off.
 Είχε πέσει ένα από τα κουμπιά στο παλτό της Κλόε.
fall off [sth] vi + prep (become detached from)πέφτω από κτ ρ αμ + πρόθ
 The picture had fallen off the wall.
 Η φωτογραφία είχε πέσει από τον τοίχο.
fall off [sth] vi + prep (slip down from)πέφτω από κτ ρ αμ + πρόθ
 The blanket fell off the bed slowly.
 Η κουβέρτα έπεσε σιγά σιγά από το κρεβάτι.
fall on [sb/sth],
fall upon [sb/sth]
vi + prep
(eyes: look at [sth])πέφτω πάνω σε κτ, πέφτω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The teacher's eyes scanned the room and fell on Joshua's nervous face.
 Το βλέμμα του δασκάλου σάρωσε την τάξη και έπεσε πάνω στο νευρικό πρόσωπο του Τζόσουα.
fall on deaf ears,
fall upon deaf ears
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, potentially offensive (be ignored)τυγχάνω αδιαφορίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αγνοούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  δεν λαμβάνομαι υπόψη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (επίσημο)δεν εισακούομαι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Susan was worried that her advice would fall on deaf ears.
fall on hard times,
fall upon hard times
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be in financial difficulties)αντιμετωπίζω οικονομικές δυσκολίες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The company fell on hard times and eventually had to close down.
fall out of favor (US),
fall out of favour (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(lose popularity)xάνω την εκτίμηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πέφτω στις προτιμήσεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πέφτω σε δυσμένεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
fall out of the habit v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (no longer do [sth] regularly)ξεσυνηθίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I used to go to the gym three times a week, but now I've fallen out of the habit.
fall out of touch v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (lose contact)χάνω επαφή ρ μ + ουσ θηλ
  χάνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
fall prey to [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (become a victim of) (με γενική)πέφτω θύμα ρ αμ + επίθ
 The elderly woman fell prey to a conman who convinced her to part with her savings.
fall semester nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (education: autumn term)χειμερινό εξάμηνο επίθ + ουσ ουδ
 My application was too late to begin in the fall semester so I will start in the spring.
fall short v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not be satisfactory)δεν ανταποκρίνομαι, υπολείπομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The boy's grades fell short of his father's expectations.
 Οι βαθμοί του αγοριού υπολείπονταν των προσδοκιών του πατέρα του.
fall short v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not be sufficient)δεν επαρκώ, υπολείπομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The amount of water in the reservoir falls short of our targets this year.
 Η ποσότητα του νερού στη δεξαμενή υπολλείπεται σε σχέση με τους φετινούς στόχους μας.
fall silent vi + adj (become quiet)κάνω ησυχία ρ μ + ουσ θηλ
  (όχι λόγια)σιωπώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The students fell silent when the teacher entered the classroom.
fall through the cracks,
slip through the cracks
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (be overlooked or missed)ξεφεύγω, διαφεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  με αγνοούν αντών + ρ μ
fall through the net v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be overlooked or missed)ξεφεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παραβλέπομαι, αγνοούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίτηδες)ξεγλιστράω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 All the factors were in place to catch him but somehow he managed to fall through the net.
fall to [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (task: become [sb]'s to do)πέφτει σε εμένα να κάνω κάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τυχαίνει σε εμένα να κάνω κάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
fall to doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (dive into an activity) (καθομιλουμένη)πέφτω με τα μούτρα σε κάτι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
fall to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (property: become owned by [sb](καθομιλουμένη)πέφτω στα χέρια κάποιου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  περιέρχομαι στην ιδιοκτησία κάποιου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
fall under [sth] vi + prep (drop, tumble beneath)πέφτω κάτω από ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
fallback,
fall-back
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
informal (backup, used as last recourse)εναλλακτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)καβάτζα, καβάντζα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective
 What is our best fallback option if the band decides to cancel?
fallback position,
fall-back position
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(alternate plan)εναλλακτικό σχέδιο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)plan B φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (καθομιλουμένη)σχέδιο Β φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 What's our fallback position if this campaign doesn't work either?
falloff,
falling-off,
also UK: fall-off
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(decrease, decline)πτώση, ελάττωση, μείωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μτφ)παρακμή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
fallout shelter,
fall-out shelter
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(protective bunker) (σε περίπτωση πυρηνικής καταστροφής)καταφύγιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
free fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fall: subject to gravity)ελεύθερη πτώση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The plane went into free fall when both engines stalled.
free fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of jump: no parachute)ελεύθερη πτώση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Baumgartner is going to perform a free fall from 120,000 feet.
free fall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (sharp decline) (μτφ: απότομη πτώση)ελεύθερη πτώση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The global economy went into free fall in the fall of 2008.
 Η παγκόσμια οικονομία έκανε ελεύθερη πτώση το φθινόπωρο του 2008.
go to pieces,
fall to pieces
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (lose health)καταστρέφομαι, διαλύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Alvin's health went to pieces as a result of his alcoholism.
fall in a heap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: collapse)σωριάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The boxer fell in a heap when he was hit in the chin.
 Ο μποξέρ σωριάστηκε όταν δέχθηκε χτύπημα στο πηγούνι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fall proof στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'fall proof'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης