fairly

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfɛərli/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈfɛrli/ ,USA pronunciation: respelling(fârlē)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fairly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (evenly or justly)δίκαια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ισότιμα, ίσα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 History doesn't always judge people fairly.
 Η ιστορία δεν κρίνει πάντα δίκαια τους ανθρώπους.
fairly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (by the rules)δίκαια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The referee watched to make sure all the players played fairly.
 Ο διαιτητής παρακολουθούσε για να βεβαιωθεί ότι όλοι οι παίκτες έπαιζαν δίκαια.
fairly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (more or less)αρκετά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The house was fairly well made and didn't collapse when the storm hit.
 Το σπίτι ήταν φτιαγμένο αρκετά καλά και δεν κατέρρευσε όταν χτύπησε η καταιγίδα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fair and square,
fairly and squarely
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(win: without cheating)δίκαια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  με το σπαθί μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My nine-year-old daughter played a great game of chess; she beat me fair and square.
fairly good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (reasonable, acceptable)αρκετά καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I didn't get top marks in the exam, but my results were fairly good.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fairly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: am fairly sure that [I'm right, he left], am fairly [certain, sure] of it, it is fairly [cold, hot] out, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fairly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'fairly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης