faced

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(fāst)


From the verb face: (⇒ conjugate)
faced is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: faced, face

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
faced,
-faced
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
as suffix (having a type of face) (ιδιότητα)με πρόσωπο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Used in combination: e.g., sweet-faced
faced,
-faced
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
as suffix (having a number of surfaces)με πλευρές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  με επιφάνειες β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Used in combination: e.g., four-faced
faced,
-faced
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative, as suffix (having a number of personalities) (μεταφορικά, για χαρακτήρα)με πρόσωπα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Used in combination: e.g., two-faced
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (front of head)πρόσωπο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)φάτσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αργκό)μάπα, μούρη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The ball hit him in the face.
 Η μπάλα τον χτύπησε στο πρόσωπο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δεν μου αρέσει η φάτσα του.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δε μου αρέσει η μάπα (or: μούρη) του.
face [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (look towards)κοιτάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)αντικρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Face the teacher when you're talking to her.
 Κοίταζε την δασκάλα όταν της μιλάς.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μετά από αυτό που έγινε δεν μπορώ να τον αντικρίσω.
face [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (accept reality)αποδέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We have to face the facts.
 Πρέπει να αποδεχτούμε τα γεγονότα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (expression)έκφραση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αργκό, μτφ)φάτσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She did not have a happy face that day.
 Δεν είχε πολύ χαρούμενη έκφραση εκείνη την ημέρα.
 Δεν είχε πολύ χαρούμενη φάτσα εκείνη την ημέρα.
face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grimace) (καθομιλουμένη)γκριμάτσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Stop pulling faces!
 Σταμάτα να κάνεις γκριμάτσες!
face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (surface) (μεταφορικά)πρόσωπο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I was the luckiest man on the face of the earth.
 Ήμουν ο πιο τυχερός άνθρωπος επί προσώπου γης.
face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (façade)πρόσοψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The face of the house was covered in plaster.
 Η πρόσοψη του σπιτιού ήταν καλυμμένη με σοβά.
face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (impudence)θράσος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)μούτρα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 He had the face to ask me for more money!
 Είχε το θράσος να μου ζητήσει περισσότερα λεφτά!
face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reputation)υπόληψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)καλό όνομα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They lost face as a result of the scandal.
 Έχασαν την υπόληψή τους λόγω του σκανδάλου.
face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (visible side)μπροστινή πλευρά επίθ + ουσ θηλ
 She placed the card face down on the table.
 Τοποθέτησε την κάρτα στο τραπέζι με την μπροστινή πλευρά προς τα κάτω.
face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (geometry: side)πλευρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A cube has six faces.
 Ένας κύβος έχει έξι πλευρές.
face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (typography: design)γραμματοσειρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They used a large, heavy face for the title.
 Χρησιμοποίησαν μεγάλη και πλατιά γραμματοσειρά για τον τίτλο.
face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mining: wall) (μεταφορικά)μέτωπο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 They drilled into the face of the rock.
 Τρύπησαν το μέτωπο του βράχου.
face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (public representation)εκπρόσωπος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 The face of the party must be someone who appeals to all voters.
 Ο εκπρόσωπος του κόμματος πρέπει να είναι κάποιος που είναι αρεστός σε όλους τους ψηφοφόρους.
face viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (turn)στρέφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (στρέφω τις σκέψεις)ατενίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Her mind faces towards the future.
 Η ματιά της στρέφεται στο μέλλον.
face viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be situated) (μεταφορικά)βλέπω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κινητό αντικείμενο)είμαι στραμμένος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Our bedroom faces to the east.
 Το δωμάτιό μας βλέπει την ανατολή.
face [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (turn toward)κοιτάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αντικρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Turn and face the audience.
 Γύρνα και κοίταξε το κοινό.
 Γύρνα και αντίκρισε το κοινό.
face [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (confront) (ψάχνω λύση)αντιμετωπίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You've got to face your problems.
 Πρέπει να αντιμετωπίσεις τα προβλήματά σου.
face vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cover)καλύπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι καλυμμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The front of the house was faced with limestone.
 Το μπροστινό μέρος του σπιτιού ήταν καλυμμένο με ασβεστόλιθο.
face vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (card: turn upward)κοιτάζω, βλέπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Lay your cards down without facing any of them.
 Άνοιξε τα χαρτιά σου χωρίς να κοιτάζεις κανένα.
face [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (soldiers: turn towards)στρίβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσ: στρατιωτικό παράγγελμα)κλίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Face the soldier to your right!
 Στρίψε προς τον στρατιώτη δεξιά!
face [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (ice hockey: drop a puck)κρατώ την μπάλα για την εκκίνηση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The referee faced the ball between the two opposing players.
 Ο διαιτητής κράτησε τη μπάλα ανάμεσα στους δυο αντίπαλους παίκτες για την εκκίνηση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
faced | face
ΑγγλικάΕλληνικά
baby-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (child-like, cute face)που έχει baby face περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που μικροδείχνει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bald-faced,
bare-faced
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (lie: open)κατάφωρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
baldfaced,
bald-faced
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US, figurative (brazen, flagrant)απροκάλυπτος, σκανδαλώδης, ξεδιάντροπος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αδικία)κατάφωρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (ψεύδη)ασύστολος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
bold-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (brazen, audacious)θρασύς, αναίσχυντος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (ψέμα)εξόφθλαμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
bold-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in bold font)έντονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σε bold περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
brazen,
brazen-faced
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(shameless, overly bold) (άτομο)θρασύς, αναίσχυντος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)ξετσίπωτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (πράξη)αισχρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  επαίσχυντος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Their brazen disregard for the law shocked everyone involved.
 Η αναίσχυντη περιφρόνησή τους για τους νόμους σόκαρε όλους τους εμπλεκομένους.
double-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having two faces)με δύο όψεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δύο όψεων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (σε ορισμένες περιπτώσεις)διπλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The double-faced clock showed the time in London as well as Tokyo.
faced with [sth],
faced with doing [sth]
adj + prep
(having to confront) (κάτι ή το να κάνω κάτι)αντιμέτωπος με περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I don't want to be faced with that problem.
fresh-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (youthful, healthy skin) (το άτομο)που έχει φρέσκο πρόσωπο, που έχει νεανικό πρόσωπο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (το πρόσωπο)νεανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  φρέσκος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
grim-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (with somber facial expression)με σοβαρό ύφος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σοβαρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The grim-faced teacher told off the students.
hard-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person, face: stern)βλοσυρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αυστηρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σκληρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Mr Henderson was a hard-faced man who never smiled.
moon-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having a very round face)στρογγυλοπρόσωπος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  φεγγαροπρόσωπος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
open-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: with frank expression)ειλικρινής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
open-faced,
open-face
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US (sandwich: no bread on top)ανοιχτό σάντουιτς επίθ + ουσ ουδ άκλ
  μπρουσκέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σάντουιτς με μία φέτα ψωμιού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
open-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (watch: having no cover) (για ρολόι)ανοιχτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  χωρίς κάλυμμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
pale-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (frightened, shocked)χλομός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κάτωχρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που έχει χάσει το χρώμα του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)άσπρος σαν πανί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
poker-faced,
pokerfaced
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(showing no emotion)ανέκφραστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
red-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (embarrassed)ντροπιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  αμήχανος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που έχει κοκκινίσει από ντροπή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
red-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (with flushed face)αναψοκοκκινισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που έχει κόκκινα μάγουλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
round-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (face: circular-shaped)στρογγυλοπρόσωπος β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
sharp-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (facial features)με έντονα χαρακτηριστικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  με έντονα χαρακτηριστικά προσώπου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
smooth-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hairless, clear skin)ξυρισμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  καλοξυρισμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ξυρισμένος κόντρα φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
sour-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (appearing displeased)δυσαρεστημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)ξινισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
square-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having angular jaw)που έχει τετράγωνο πρόσωπο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας)τετραγωνομούρης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
stony-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (serious, expressionless)ανέκφραστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σοβαρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αγέλαστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)ψυχρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
straight-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (showing no emotion)ανέκφραστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
two-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (deceitful)διπρόσωπος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  διπλοπρόσωπος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
whey-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having pale face)χλωμός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
white-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having pale face)χλωμός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  άσπρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κατάχλωμος, κάτασπρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  άσπρος σαν πανί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
white-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (horse: white on head) (για άλογο)με λευκό κεφάλι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
white-faced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having white front)που έχει λευκή πρόσοψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A row of white-faced houses stood a few feet back from the shoreline.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'faced' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση faced στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'faced'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης