eye

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈaɪ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/aɪ/ ,USA pronunciation: respelling(ī)


Inflections of 'eye' (v): (⇒ conjugate)
eyes
v 3rd person singular
eyeing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
eyed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
eyed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (organ of sight)μάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)οφθαλμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She had beautiful green eyes.
 Είχε υπέροχα πράσινα μάτια.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο οφθαλμός των εντόμων συχνά είναι σύνθετος.
eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (sight) (μεταφορικά)μάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κυριολεκτικά)όραση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He has an exceptional eye, and can read the smallest print.
 Έχει πολύ καλό μάτι και μπορεί να διαβάζει και τον μικρότερο τυπογραφικό χαρακτήρα.
the eye of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (centre) (με γενική)επίκεντρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She always likes to be right in the eye of things.
 Της αρέσει να είναι πάντα στο επίκεντρο των πραγμάτων.
the eye of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (storm, hurricane: centre) (μτφ: με γενική)μάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The eye of the hurricane was clearly defined.
 Το μάτι του κυκλώνα διαγραφόταν καθαρά.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (circle, loop)κρίκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 You need to hook these on the metal eyes hanging from the ceiling.
 Αυτά πρέπει να τα κρεμάσεις από τους μεταλλικούς κρίκους που κρέμονται από το ταβάνι.
eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hole in a needle)τρύπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)μάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I used to put threads through the eyes of needles for my mother.
 Συνήθιζα να περνώ νήματα από την τρύπα της καρφίτσας για τη μητέρα μου.
eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (on a potato)φύτρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You need to peel the potatoes and remove all the eyes as well.
 Πρέπει να ξεφλουδίσεις τις πατάτες και επίσης να αφαιρέσεις τις φύτρες.
eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of a bolt)οπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τρύπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The eye of this bolt is blocked up with grease.
 Η οπή αυτού του κοχλία ανάρτησης είναι βουλωμένη με γράσο.
 Η τρύπα αυτού του κρίκου είναι βουλωμένη με γράσο.
eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (on a flower)κέντρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)κέντρο λουλουδιού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The eye of the daisy is yellow.
 Το κέντρο της μαργαρίτας είναι κίτρινο.
eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (detective)ντετέκτιβ ουσ αρσ/θηλ άκλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The private eye usually worked on divorce cases.
 Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ συνήθως δούλευε σε υποθέσεις διαζυγίων.
eyes nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative (guide for the blind)οδηγός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (μεταφορικά)μάτια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The dog worked as the blind man's eyes.
 Ο σκύλος χρησίμευε ως οδηγός του τυφλού άντρα.
 Ο σκύλος ήταν τα μάτια του τυφλού άντρα.
eye [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (look at)κοιτάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κοιτάζω προσεκτικά)περιεργάζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)κόβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He eyed her across the room, making her nervous.
 Την κοίταξε από την άλλη άκρη του δωματίου, δημιουργώντας της νευρικότητα.
 Την περιεργάστηκε από την άλλη άκρη του δωματίου, δημιουργώντας της νευρικότητα.
 Την έκοψε από την άλλη άκρη του δωματίου, δημιουργώντας της νευρικότητα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
catch [sb]'s eye vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (be noticed)τραβάω την προσοχή κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)με παίρνει το μάτι κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
an eye for an eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (revenge) (μτφ, εκδίκηση)οφθαλμός αντί οφθαλμού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He destroyed his rival's creation, saying it was an eye for an eye.
 Κατέστρεψε το δημιούργημα του ανταγωνιστή του, λέγοντας ότι αυτό ήταν οφθαλμός αντί οφθαλμού.
an eye for an eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (justice) (μτφ, δικαιοσύνη)οφθαλμός αντί οφθαλμού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 For murder I believe an eye for an eye is fair punishment.
 Όσον αφορά το φόνο, πιστεύω ότι το οφθαλμός αντί οφθαλμού είναι δίκαιη τιμωρία.
apple of [sb]'s eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (beloved person)αγαπημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (μεταφορικά)η αδυναμία μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Jenny loved all her children, but her eldest child was the apple of her eye.
 Η Τζένη αγαπούσε τα παιδιά της, αλλά το μεγαλύτερο ήταν το αγαπημένο της.
 Η Τζένη αγαπούσε τα παιδιά της, αλλά το μεγαλύτερο ήταν η αδυναμία της.
bird's-eye view nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (view from above)εναέρια άποψη επίθ + ουσ θηλ
  άποψη από ψηλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάπως πιο γενικά)πανοραμική άποψη επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Όσον αφορά τη χρήση στην αρχιτεκτονική ή τις τέχνες δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 I got a bird's-eye view of the Atlantic as my plane flew over it.
black eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bruising around the eye) (από μπουνιά)μαυρισμένο μάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He had a black eye after the fight.
black eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (bad reputation) (μεταφορικά)κακή φήμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The company suffered a black eye when the police charged its chairman with fraud.
not blink,
not blink an eye
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(not be shocked or disapprove) (από κάτι)δεν εκπλήσσομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο έντονο)δεν ταράζομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν ενοχλούμαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν πτοούμαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bull's eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (centre of target)διάνα επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 John threw a dart, which hit the bull's eye.
cat's-eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reflective road stud)αντανακλαστικό σήμανσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  αντανακλαστικός ήλος επίθ + ουσ αρσ
  (μεταφορικά)μάτι της γάτας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
catch the eye,
catch [sb]'s eye
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be noticeable)τραβάω την προσοχή, τραβάω το βλέμμα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The bold designs and bright colours of these dresses really catch the eye.
catch the eye of [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be noticed)κάνω κπ να με προσέξει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τραβώ τα βλέμματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)μαγνητίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Laura's performance in the show caught the eye of talent scouts.
eagle eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (keen observation) (μεταφορικά)αετίσιο μάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Ray's eagle eye soon picked out the errors in the text.
eagle eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (close watch) (μεταφορικά)αετίσιο μάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I know all about your behaviour at your last school so I'll be keeping an eagle eye on you.
easy on the eyes,
easy on the eye
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal, figurative (good looking, physically attractive) (μεταφορικά)χάρμα οφθαλμών επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: επιθετικός προσδιορισμός
 I don't know who she is but she's very easy on the eyes.
easy on the eyes,
easy on the eye
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
literal (not tiring to look at)που δεν σε κουράζει να το κοιτάς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιθετικός προσδιορισμός
 Staring at the television for a long period of time is not easy on the eyes.
the evil eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cursed stare)το κακό μάτι φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 She believed someone had put the evil eye on her cattle, causing them to sicken and die.
the evil eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (angry or unpleasant gaze)άγρια ματιά επίθ + ουσ θηλ
  αγριεμένο βλέμμα επίθ + ουσ ουδ
 She was obviously jealous and gave me the evil eye when no-one was looking.
eye bolt,
eyebolt
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(metal screw with loop)κοχλίας με κρίκο φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  (καθομιλουμένη)βιδοθηλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μάπα με βίδα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
eye candy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang ([sb], [sth] attractive)χάρμα οφθαλμών έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 There was some very nice eye candy at the party last night.
eye chart (for testing vision)πίνακας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  πίνακας για οφθαλμολογική εξέταση φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
eye color (US),
eye colour (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(color of the irises)χρώμα των ματιών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
eye contact nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (looking into [sb]'s eyes)οπτική επαφή επίθ + ουσ θηλ
 Eye contact is important when communicating with others.
 Η οπτική επαφή είναι σημαντική στην επικοινωνία με τους άλλους.
eye doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ophthalmologist)οφθαλμίατρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  οφθαλμίατρος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
eye exam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (inspection by an ophthalmologist)οφθαλμολογική εξέταση επίθ + ουσ θηλ
  οφθαλμολογικός έλεγχος επίθ + ουσ αρσ
eye exam,
eye test
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
colloquial (sight test)εξέταση όρασης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 You don't need to take another driving test to renew your license, you just have to take an eye exam to prove to the inspector that you can still see well enough to drive.
eye level nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (same height as [sb]'s eyes)το ύψος των ματιών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
eye patch,
eyepatch,
eye-patch,
patch
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(covering for one eye)κάλυμμα ματιού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
eye shadow,
eyeshadow
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(make-up for the eyelids)σκιά ματιών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She was wearing far too much eye shadow. My wife always takes forever to put on her eye shadow!
 Φορούσε υπερβολικά πολλή σκιά ματιών. Η γυναίκα μου πάντα κάνει ώρες για να βάλει σκιά στα μάτια της!
eye socket (anatomy)κόγχη ματιού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
eye span nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (words taken in at one glance) (πόσες λέξεις διαβάζουμε με μια ματιά)oπτικό πεδίο ανάγνωσης λέξεων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
eye specialist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ophthalmologist)οφθαλμίατρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  οφθαλμίατρος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
eye to eye advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (in agreement)συμφωνία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My parents aren't always eye to eye on politics.
eye to eye advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on the same level)συμφωνία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
eye-catcher nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (person, thing that attracts attention)που τραβάει την προσοχή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που τραβάει όλα τα βλέμματα πάνω του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
eye-catching adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (attractive, attention grabbing)που μαγνητίζει το βλέμμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 That shirt's a very eye-catching colour. His sports car is very eye-catching.
eye-opener,
eye opener
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative, informal ([sth] surprising or revelatory)απρόσμενος, απροσδόκητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)που σου ανοίγει τα μάτια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The talk was a real eye-opener. I learnt lots of new things.
eye-opener,
eye opener
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (alcoholic drink in morning) (αλκοολούχο)πρωινό ποτό επίθ + ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Pete had an eye-opener to steady his nerves.
eye-opening adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (revelatory, revealing)αφυπνιστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αποκαλυπτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Seeing where caviar comes from is an eye-opening experience.
eye-rolling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (raising eyes upward in exasperation)στραβοκοίταγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
eye-rolling adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (causing [sb] to raise eyes in exasperation)που με κάνει να αγανακτήσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εκνευριστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ενοχλητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
eyecatcher,
eye-catcher
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sth] that draws attention)στοιχείο που τραβά την προσοχή β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
eyecup,
eyebath
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(device for washing eye)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
eyedrops,
eye drops
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(medication dropped into the eye)σταγόνες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  σταγόνες για τα μάτια φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 If your eyes get too dry, use some eyedrops.
fisheye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lens, view: wide-angle)ευρυγώνιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This photograph was taken with a wide-angled lens, and shows a fisheye view of the city.
fisheye lens nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (convex, very wide-angle lens)φακός fisheye φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 Using a fisheye lens makes mediocre skateboarders look great.
glass eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (false eyeball)γυάλινο μάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Every night before I go to bed I take out my glass eye and put it in a bowl of water by the bed.
grab the eye v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (attract attention)τραβάω το μάτι, τραβάω το βλέμμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τραβάω την προσοχή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Wow, that's an outfit that'll grab the eye.
guide dog,
also US: seeing-eye dog
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(blind person's assistance dog)σκύλος-οδηγός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  σκύλος οδηγός τυφλών, σκύλος-οδηγός τυφλών φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 Labradors have traditionally been used as guide dogs.
have an eye for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (notice)έχω καλό μάτι, είμαι παρατηρητικός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The painter has an eye for detail.
have an eye for [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (be attracted)έχω αδυναμία σε κπ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  μου αρέσει κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 That guy has an eye for the ladies.
have your eye on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (want) (μεταφορικά)βάζω κτ στο μάτι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I've got my eye on a little yellow handbag I saw in a shop window.
have your eye on [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (watch)παρακολουθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I've got my eye on you, young man. So behave!
have your eye on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (aim, intend)σχεδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The company has an eye on future expansion into overseas markets.
have your eye on doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (aim, intend)σκοπεύω να κάνω κτ, σχεδιάζω να κάνω κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I keep working this job, but I have my eye on going back to college.
in the public eye advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (featured prominently in the media)στο φως της δημοσιότητας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you're going to be a politician you have to be prepared to live in the public eye.
in the public eye adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (prominent, featured in the media)διάσημος, επιφανής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Kate Middleton has been in the public eye since she became engaged to Prince William.
 Η Κέιτ Μίντλετον είναι διάσημη από τότε που αρραβωνιάστηκε τον Πρίγκιπα Ουίλιαμ.
in the twinkling of an eye,
in the blink of an eye
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
figurative, informal (instant, brief moment)από τη μια στιγμή στην άλλη φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 And in the twinkling of an eye she was gone.
keen eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (good ability to find [sth])παρατηρητικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)καλό μάτι επίθ + ουσ ουδ
keep an eye on [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (watch carefully) (καθομιλουμένη)έχω κτ στον νου μου, έχω τον νου μου σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  παρακολουθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προσέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When cooking soufflés, you need to keep an eye on them so they don't fall.
 Όταν φτιάχνετε σουφλέ, πρέπει να τα έχετε τον νου σας για να μην ξεφουσκώσουν.
keep an eye out for [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (remain vigilant for)έχω το νου μου για έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It's important to keep an eye out for dangerous snakes in the bush. Keep an eye out for a parking spot.
 Είναι σημαντικό να έχεις το νου σου μήπως υπάρχουν επικίνδυνα φίδια στην ύπαιθρο. Έχε το νου σου μήπως δεις καμιά θέση πάρκινγκ.
kick in the eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, figurative, informal (insult, rejection)προσβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αργκό)προσβόλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
laser eye surgery nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (operation to correct vision) (στα μάτια)λέιζερ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (κατά λέξη)επέμβαση ματιών με λέιζερ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
lazy eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (squint, inability to focus) (καθομιλουμένη)αλληθωρισμός, στραβισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
lazy eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (amblyopia, dim vision in apparently normal eye) (επίσημο)αμβλυωπία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Children with a lazy eye have to wear an eye patch.
eye liner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (eye liner)eyeliner ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Rachel put some fresh eye liner on.
London Eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (London's big wheel)Μάτι του Λονδίνου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Πρόκειται για κατά λέξη μετάφραση. Ωστόσο, συνηθίζεται και η αγγλική ονομασία.
look [sb] in the eye v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (look directly at)κοιτάζω κπ κατάματα ρ μ + επίρ
  κοιτάζω κπ στα μάτια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
look [sb] in the eye v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not feel ashamed) (μεταφορικά)κοιτάζω κπ στα μάτια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)κοιτάζω κπ κατάματα ρ μ + επίρ
 Can you look me in the eye and tell me you didn't cheat on the test?
make eye contact v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (look directly into [sb]'s eyes)κοιτάω στα μάτια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  έχω βλεμματική επαφή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 People who are lying often avoid making eye contact.
mind's eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (imagination)φαντασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In my mind's eye, I can picture the big house that I will live in one day.
the naked eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (eyesight: without optical aids)διά γυμνού οφαλμού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The naked eye cannot see infrared light.
not bat an eyelash (US),
not bat an eyelid (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be impassive, not react)δεν έχω την παραμικρή αντίδραση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The defendant didn't bat an eyelid when the prosecutor suggested she had intended to commit murder.
out of the corner of your eye advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in your peripheral vision)με την άκρη του ματιού μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She couldn't describe him accurately because she'd only seen him out of the corner of her eye.
ox-eye daisy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flower)λευκή μαργαρίτα επίθ + ουσ θηλ
pinkeye,
pink-eye,
pink eye
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal (conjunctivitis: eye inflammation)επιπεφυκίτιδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Pinkeye is so contagious that people are often asked to stay home from work until their symptoms disappear.
private eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (privately-hired detective)ντετέκτιβ, ντέντεκτιβ ουσ αρσ/θηλ άκλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Thompson hired a private eye to find out if his wife was having an affair.
public eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (attention of the general public)φως της δημοσιότητας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The children of politicians grow up in the public eye.
rapid eye movement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (eye movements during sleep) (ύπνος)ταχεία κίνηση των ματιών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  γρήγορες κινήσεις των ματιών φρ ως ουσ θηλ πλ
red-eye,
red-eye,
redeye
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (late-night plane flight)νυχτερινή πτήση επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 I'm exhausted: I took the red-eye from London to New York.
red-eye,
redeye
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
uncountable (camera flash reflection in the eyes) (σε φωτογραφία)κόκκινα μάτια φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Most modern cameras have a setting which helps to reduce red-eye.
REM nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. acronym (rapid eye movement)REM ουσ αρσ άκλουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (περιγραφή είδους ύπνου)γρήγορες κινήσεις των ματιών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
rib eye,
ribeye
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cut of beef: steak)μπριζόλα rib eye φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
roving eye,
a roving eye
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, figurative (lusting after [sb] other than partner) (για άντρα, μουρντάρης)ξενοκοιτάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)παίζει το μάτι μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία ως προς τη σύνταξη.
 She was sure that his roving eye meant that he would like to do more than just look at other women.
screw eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of fastening) (είδος βίδας)μάπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  βίδα με κρίκο, βίδα με μάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)κοχλίας με κρίκο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
see eye to eye v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (agree)έχω την ίδια άποψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συμφωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We don't always see eye to eye.
 Δεν έχουμε πάντα την ίδια άποψη.
sharp eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (keen powers of observation) (μεταφορικά)παρατηρητικότητα, οξυδέρκεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  καλό μάτι, γερακίσιο μάτι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He has a sharp eye for spelling mistakes.
shut-eye,
shuteye
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (sleep)ύπνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (ελαφρύς)υπνάκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Tania is exhausted and really needs to get some shuteye.
sleep with one eye open v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (stay alert to danger)είμαι σε εγρήγορση εκφρ
  (μεταφορικά)έχω τα μάτια μου ανοιχτά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
There is more to [sth] than meets the eye exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (This is not what it seems)αυτό δεν είναι όλο, υπάρχει και κάτι άλλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο από ότι φαίνεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)κάτι άλλο κρύβεται από πίσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (με κάπως αρνητική έννοια)τα φαινόμενα απατούν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Παρατίθενται ορισμένες εναλλακτικές αποδόσεις.
 It seems like he's vanished into thin air, but that's impossible. There's more to this situation than meets the eye.
to the naked eye exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (without use of optical aids)δια γυμνού οφθαλμού επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 On a clear night, Jupiter is visible to the naked eye.
turn a blind eye v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (pretend not to see [sth](μεταφορικά)κάνω τα στραβά μάτια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  εθελοτυφλώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I knew exactly what she was up to but decided to turn a blind eye.
turn a blind eye on,
turn a blind eye to
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (pretend not to see) (μεταφορικά)κάνω τα στραβά μάτια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  εθελοτυφλώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The corrupt inspector agreed to turn a blind eye to the safety violations.
unaided eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (normal powers of vision) (μεταφορικά)με γυμνό μάτι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά, επίσημο)δια γυμνού οφθαλμού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 After they reach age 40, people may no longer see small details with the unaided eye. You cannot see the animal life in this water sample with an unaided eye.
watchful eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attention, vigilance) (μεταφορικά)άγρυπνο μάτι, άγρυπνο βλέμμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Η απόδοση ταιριάζει σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις. Εναλλακτικά αποδίδεται με φράσεις όπως προσέχω, έχω το νου μου κλπ.
 Sue kept a watchful eye as the children played on the seashore.
with an eye to [sth/sb] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in the hope of)στοχεύονται να κάνω κτ, θέλοντας να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  με σκοπό να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  για να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She dressed in her best clothes with an eye to making him notice her.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'eye' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: was eyeing her [shoes, bracelet, dress], have [green, blue, brown] eyes, [make, maintain] eye contact, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση eye στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'eye'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης