extinct

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪkˈstɪŋkt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪkˈstɪŋkt/ ,USA pronunciation: respelling(ik stingkt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
extinct adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (species: no longer existing)εξαφανισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που έχει εξαφανιστεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The fossil is from an extinct species of reptile.
 Το απολίθωμα είναι ενός εξαφανισμένου είδους ερπετού.
 Το απολίθωμα είναι ενός είδους ερπετού που έχει εξαφανιστεί.
extinct adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fire: no longer burning)σβησμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που έχει σβήσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (από τρίτους)που την έχουν σβήσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We found the remains of a campfire, long since extinct.
 Βρήκαμε τα απομεινάρια μιας φωτιάς, που είχε σβήσει εδώ και πολλή ώρα.
extinct adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (volcano: no longer active)ανενεργός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αδρανής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The town is built in the crater of an extinct volcano.
 Η πόλη είναι χτισμένη στον κρατήρα ενός ανενεργού ηφαιστείου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'extinct' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: caused the [dinosaurs] to go extinct, the [dinosaurs] went extinct [65 million] years ago, will be extinct by [2020], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση extinct στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'extinct'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης