extend

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪkˈstɛnd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪkˈstɛnd/ ,USA pronunciation: respelling(ik stend)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
extend [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make longer: physically) (προσθήκη νέου τμήματος)επεκτείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αλλάζει το μήκος)επιμηκύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They are going to extend the bike path by 3 km.
 Θα επεκτείνουν τον ποδηλατόδρομο κατά 3 χιλιόμετρα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Παρατηρήσαμε ότι η μεταλλική ράβδος επιμηκύνθηκε όταν την θερμάναμε.
extend [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make longer: time) (επίσημο: χρόνος)παρατείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The legislature extended the voting time by 15 minutes.
 ΝΕW: Αποφασίσαμε να παρατείνουμε τις διακοπές μας κατά μία βδομάδα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
extend viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (stretch out)εκτείνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  απλώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)φτάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The roof of the house extends over the porch.
 Η οροφή του σπιτιού εκτείνεται πάνω από τη βεράντα.
extend viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (stretch to reach sthg)τεντώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She extended to reach the top shelf without letting go of the baby.
 Τεντώθηκε για να φτάσει το πιο ψηλό ράφι χωρίς να αφήσει το μωρό.
extend viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (spread)εκτείνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)φτάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Our land extends from the river to the road.
 Η γη μας εκτείνεται από το ποτάμι ως τον δρόμο.
extend [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hand: hold out)απλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (λόγιο)τείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The Frenchman extended his hand to shake mine.
 Ο Γάλλος άπλωσε το χέρι του, για να κάνουμε χειραψία.
 Ο Γάλλος έτεινε το χέρι του, για να κάνουμε χειραψία.
extend [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (place at full length)απλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He extended the map across the table.
 Άπλωσε τον χάρτη πάνω στο τραπέζι.
extend [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (widen)επεκτείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  διευρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The seatbelt law has been extended to include back seats.
 Ο νόμος για τη ζώνη ασφαλείας έχει επεκταθεί και στα πίσω καθίσματα.
extend [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (offer)υποβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She extended an offer to buy the business.
 Υπέβαλε προσφορά, για να αγοράσει την εταιρεία.
extend vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (extrapolate)βρίσκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  φτάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Let's extend this idea to its logical conclusions.
 Ας βρούμε τα λογικά συμπεράσματα από αυτή την ιδέα.
 Ας φτάσουμε στα λογικά συμπεράσματα από αυτή την ιδέα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
extend an olive branch v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (offer reconciliation) (μεταφορικά)τείνω κλάδο ελαίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'extend' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: extend a [greeting, salutation, welcome, hand] (to), extend a [warning, caution, message], extend a [warm, helping] hand, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση extend στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'extend'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης