exposure

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪkˈspəʊʒər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪkˈspoʊʒɚ/ ,USA pronunciation: respelling(ik spōzhər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
exposure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (to [sth] harmful)έκθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The Romans suffered from exposure to lead through their water.
 Οι Ρωμαίοι υπέφεραν από την έκθεσή τους σε μόλυβδο μέσω του νερού.
exposure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (revelation of a secret)αποκάλυψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The exposure of government secrets is illegal.
 Η αποκάλυψη κυβερνητικών μυστικών είναι παράνομη.
exposure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ideas, knowledge, etc.)επαφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  έκθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The students had never had much exposure to new ideas before college. Exposure to foreign languages at an early age is good for children.
 Οι φοιτητές πριν από το πανεπιστήμιο δεν είχαν ποτέ μεγάλη επαφή με νέες ιδέες.
exposure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (publicity)προβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  δημοσιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The band played at local bars to try to get some more exposure.
 Η μπάντα έπαιζε σε μπαρ της περιοχής στην προσπάθεια να αποκτήσει μεγαλύτερη προβολή..
exposure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (film)έκθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The photographer changed the shutter speed to get the proper exposure.
 Ο φωτογράφος άλλαξε την ταχύτητα του διαφράγματος για να πετύχει την κατάλληλη έκθεση.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
exposure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (body: extreme cold)έκθεση στο κρύο φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The stray dog died of exposure during the winter.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
exposure meter,
light meter
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(photography: measures light)φωτόμετρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
indecent exposure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crime: showing genitals)επίδειξη γεννητικών οργάνων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (επίσημο: πιο γενικό)προσβολή δημοσίας αιδούς φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'exposure' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the exposure [limit, time, level], exposure to [illness, disease, risks, ridicule, attacks], exposure to [radiation, nuclear activity], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση exposure στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'exposure'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης