explode

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪkˈspləʊd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪkˈsploʊd/ ,USA pronunciation: respelling(ik splōd)


Inflections of 'explode' (v): (⇒ conjugate)
explodes
v 3rd person singular
exploding
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
exploded
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
exploded
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
explode viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (blow up)εκρήγνυμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)σκάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The bomb exploded with a loud bang.
 Η βόμβα εξερράγη μ' έναν δυνατό κρότο.
explode viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (burst)σκάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  εκρήγνυμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The water balloon exploded when it hit the ground.
 Η νερόμπομπα έσκασε όταν έπεσε στο έδαφος.
explode viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (emotions: break out)ξεσπάω, ξεσπώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Paul exploded into tears when he saw his family again after the war.
 Ο Πωλ ξέσπασε σε κλάματα όταν είδε ξανά την οικογένειά του μετά τον πόλεμο.
explode viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (grow rapidly) (μεταφορικά)εκτοξεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Better health care and living standards caused the population to explode after the Industrial Revolution.
 Η βελτίωση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και του βιοτικού επιπέδου έκανε τον πληθυσμό να εκτοξευτεί μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
explode viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (yelling, fury) (μεταφορικά)εκρήγνυμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ξεσπάω, ξεσπώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Richard exploded when he heard what happened.
explode [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (blow up)πυροδοτώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The construction worker exploded the charges in the mine.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'explode' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [bomb, device, fireworks] exploded, a bomb has exploded, [injuring, killing] [100] people, could explode any [second, moment, minute, time], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση explode στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'explode'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης