expired


From the verb expire: (⇒ conjugate)
expired is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: expired, expire

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
expired adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (no longer valid)ληγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που δεν είναι σε ισχύ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Chloe found an expired library card in her bag.
expired adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (past 'use by' date)ληγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Using expired medicines can be harmful to your health.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
expire viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (offer: cease to be valid)λήγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)εκπνέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The coupon expired a long time ago, so the store manager refused to accept it.
expire viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (food's use-by date: pass)λήγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The milk was about to expire, so Tom used it up.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
expire viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." literary (die) (ευφημισμός, λόγιος)καταλήγω, εκπνέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The hero expired dramatically at the end of the story.
expire viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." formal (technical: exhale)εκπνέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'expired' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση expired στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'expired'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης