exemption

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪgˈzɛmpʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪgˈzɛmpʃən/ ,USA pronunciation: respelling(ig zempshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
exemption nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (from obligation)απαλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Wendy was given an exemption from performing jury service, because of her ill health.
exemption nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (from taxes)απαλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This business has an exemption from paying VAT, because its turnover is too low.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
tax exemption nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (immunity from paying tax)φοροαπαλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'exemption' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [issue, present, show] an exemption certificate, determine the exemption [amount, period], [tax, duties, levy] exemption, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση exemption στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'exemption'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης