excited

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪkˈsaɪtɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪkˈsaɪtɪd/ ,USA pronunciation: respelling(ik sītid)


From the verb excite: (⇒ conjugate)
excited is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: excited, excite

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
excited adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (animated, enthusiastic)ενθουσιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη)ξεσηκωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 She's very excited about her new school.
 Είναι πολύ ενθουσιασμένη με το καινούριο της σχολείο.
excited adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (agitated)ταραγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  αναστατωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  συγχυσμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The excited crowd surged forward, and several people were trampled.
 Το ταραγμένο πλήθος όρμησε προς τα εμπρός και αρκετοί άνθρωποι ποδοπατήθηκαν.
excited adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sexually aroused)ερεθισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  διεγερμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη)φτιαγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  φτιάχνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The pictures of naked women were making him excited.
 Ήταν ερεθισμένος από τις φωτογραφίες των γυμνών γυναικών.
excited adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (nervous)νευρικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  υπερένταση, υπερδιέγερση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Coffee gets me too excited.
 Ο καφές με κάνει πολύ νευρική.
 Ο καφές μου φέρνει υπερένταση.
excited adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (stimulated)διεγερμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The excited water molecules heat the food in the microwave.
 Τα διεγερμένα μόρια νερού ζεσταίνουν το φαγητό στον φούρνο μικροκυμάτων.
excited adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (awakened)έντονος β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The economic news led to excited trading on the stock market.
 Τα οικονομικά νέα είχαν ως αποτέλεσμα την έντονη κινητικότητα στο χρηματιστήριο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
excite [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (person: thrill)ενθουσιάζω, συναρπάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον)δημιουργώ ενθουσιασμό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The preparations for Christmas always excite the kids.
excite [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (person: sexually)ερεθίζω, διεγείρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ, μεταφορικά)φτιάχνω, ανάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Being tied up excites some people.
excite [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (arouse, elicit)εξάπτω, διεγείρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)ξυπνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά: πάθη)ανάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The biopic excited new interest in the painter's life.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
excite [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (biology: stimulate)διεγείρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This contact excites the nerve endings.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
excited | excite
ΑγγλικάΕλληνικά
become excited vi + adj (get agitated)ταράζομαι, αναστατώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The crowd became excited when the criminal appeared.
become excited vi + adj (get enthused)ενθουσιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
become excited vi + adj (get aroused sexually) (σεξουαλικά)διεγείρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ανάβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
get excited vi + adj colloquial (become very happy)ενθουσιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The dog gets excited when it's time for a walk.
get excited vi + adj informal (become angry, upset)εκνευρίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (πιο ήπιο)αναστατώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Stephen tends to get excited when things go wrong.
get excited vi + adj (be sexually aroused)ερεθίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)ανάβω, φτιάχνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Jenny says her husband gets excited whenever she wears a short skirt.
get excited about [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." colloquial (look forward)ενθουσιάζομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 The children are getting excited about tomorrow's trip to the zoo.
get excited about [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be enthused)ενθουσιάζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 The research team got excited about their latest discovery.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'excited' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: am excited about the [vacation, visit, premiere, interview], am excited about [going, staying, learning, seeing], am excited for the [party, day, movie], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση excited στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'excited'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης