exchange

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪksˈtʃeɪndʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪksˈtʃeɪndʒ/ ,USA pronunciation: respelling(iks chānj)


Inflections of 'exchange' (v): (⇒ conjugate)
exchanges
v 3rd person singular
exchanging
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
exchanged
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
exchanged
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trade) (πραγμάτων, ιδεών)ανταλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She was happy with the exchange of cheese for sweets.
 Χάρηκε με την ανταλλαγή του τυριού με γλυκά.
exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (interchange)ανταλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was a great exchange of ideas at the conference.
 Έγινε ωραία ανταλλαγή απόψεων στο συνέδριο.
exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (currency: transfer)αλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The currency exchange occurred rapidly.
 Η αλλαγή συναλλάγματος έγινε πολύ γρήγορα.
exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (conversation)συζήτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 After a short exchange, they decided to accept the offer.
 Μετά από μια σύντομη συζήτηση, αποφάσισαν να αποδεχτούν την προσφορά.
exchange [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (reciprocally give, receive)ανταλλάζω, ανταλλάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Many families exchange gifts on Christmas.
 Πολλές οικογένειες ανταλλάζουν δώρα τα Χριστούγεννα.
exchange [sth],
exchange [sth] with [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(give, receive the same) (κάτι με κάποιον)ανταλλάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (προφορικό: κάτι με κάποιον)ανταλλάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They exchanged phone numbers.
 Αντάλλαξαν τηλέφωνα.
exchange [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (replace, swap)αλλάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This TV is defective. I want to exchange it.
 Αυτή η τηλεόραση είναι ελαττωματική. Θέλω να την αλλάξω.
exchange [sth] for [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (currency: transfer)αλλάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He exchanged dollars for euros.
 Άλλαξε τα δολάρια με ευρώ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (store: replacement item)αλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)κτ για αλλαγή, κτ που θέλω να αλλάξω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Hi, I have an exchange. The blender you sold me doesn't work.
 Γεια, χρειάζομαι μια αλλαγή. Το μπλέντερ που μου πουλήσατε δε δουλεύει.
exchange [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (prisoners)ανταλλάζω, ανταλλάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω ανταλλαγή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The two warring countries exchanged their prisoners at the border.
 Οι δυο εμπόλεμες χώρες αντάλλαξαν τους αιχμαλώτους τους στα σύνορα.
 Οι δυο εμπόλεμες χώρες έκαναν ανταλλαγή αιχμαλώτων στα σύνορα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bill of exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (order for payment)συναλλαγματική επίθ ως ουσ θηλ
 The exporter sent a bill of exchange for the value of the goods.
BX nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, initialism (base exchange)στρατιωτικό πρατήριο επίθ + ουσ ουδ
  πρατήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
coin exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (service: changes notes for coins)υπηρεσία μετατροπής χαρτονομισμάτων σε κέρματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 In traditional arcades, there is usually a coin exchange.
coin exchange machine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (apparatus: dispenses coins)μηχάνημα μετατροπής χαρτονομισμάτων σε κερματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Columbian Exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (15th-century trade)Κολομβιανή Ανταλλαγή φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
cultural exchange (exchange between cultures)ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  πολιτισμική ανταλλαγή επίθ + ουσ θηλ
currency exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (foreign money-changing service)υπηρεσία συναλλάγματος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ανταλλακτήριο συναλλάγματος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Most international airports have a currency exchange.
ERM nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (European Exchange Rate Mechanism) (συντομογραφία)ΜΣΙ ουσ αρσ άκλουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Μηχανισµός Συναλλαγµατικών Ισοτιµιών
 The ERM was established in 1979.
exchange courtesies (with [sb]) vtr + npl (greet [sb] politely)ανταλλάσσω χαιρετισμούς ρ μ + ουσ αρσ πληθ
exchange rate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (relative value of currency)ισοτιμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The current exchange rate makes it expensive for Americans to travel in Europe.
 Η τρέχουσα ισοτιμία καθιστά ακριβά τα ταξίδια στην Ευρώπη για τους Αμερικανούς.
Exchange Rate Mechanism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (European financial system)μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
exchange student nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who studies abroad)μαθητής προγράμματος ανταλλαγής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 My parents hosted an exchange student from Finland last year.
exchange value nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (currency: comparative worth)ισοτιμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Financial Exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stock market)χρηματιστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Every country has their own financial exchange, and the largest one in the US is called the New York Stock Exchange.
fixed exchange rate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: set rate of exchange)σταθερή ισοτιμία επιθ + ουσ θηλ
foreign exchange program,
UK: foreign exchange programme
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (students' overseas study scheme)πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 A foreign exchange program is an excellent way of learning about the culture and people of another country.
gift exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (seasonal present swapping)ανταλλαγή δώρων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The gift exchange will take place after the Christmas dinner.
in exchange advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in return)σε αντάλλαγμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If I give you this book, what will you give me in exchange?
 Αν σου δώσω αυτό το βιβλίο, τι θα μου δώσεις σε αντάλλαγμα;
in exchange for [sth] preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in return for)για αντάλλαγμα, ως αντάλλαγμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The little boy woke to find that the Tooth Fairy had left him a shiny coin in exchange for his tooth.
 Το μικρό αγόρι ξύπνησε και είδε ότι η Νεράιδα των Δοντιών του είχε αφήσει ένα γυαλιστερό νόμισμα ως αντάλλαγμα για το δόντι του.
plasma exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (transfusion of white blood cells) (ιατρική)πλασμαφαίρεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ανταλλαγή πλάσματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
rate of exchange (exchange rate)συναλλαγματική ισοτιμία επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)τιμή συναλλάγματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
real exchange rate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (value of a currency in relation to another)πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
school exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reciprocal visits abroad by school pupils)πρόγραμμα ανταλλαγής μαθητών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (διαδικασία)ανταλλαγή μαθητών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Our daughter went to France on the school exchange, and Emilie and Stéphanie came to stay with us in the U.S.
SEC nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, abbreviation (law: Securities and Exchange Commission) (των ΗΠΑ)Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς φρ ως ουσ θηλ κύρ
 The SEC has five commissioners who are chosen by the President.
stock exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (financial trading venue)χρηματιστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 All of the bankers had their offices near the stock exchange.
 Όλοι οι τραπεζίτες είχαν τα γραφεία τους κοντά στο χρηματιστήριο.
stock exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business: financial trading)χρηματιστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He works in government now but he made his money on the stock exchange.
 Τώρα δουλεύει για την κυβέρνηση άλλα έκανε την περιουσία του στο χρηματιστήριο.
Stock Exchange Commission,
S.E.C.,
SEC
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(enforces securities laws)Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
student exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reciprocal study visits abroad)ανταλλαγή φοιτητών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
telephone exchange nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (where phone calls are connected)τηλεφωνικό κέντρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'exchange' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: exchange [one thing] for [another, something else], a [fair, poor, good, reasonable] exchange, was an exchange student, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση exchange στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'exchange'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης