exceed

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪkˈsiːd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪkˈsid/ ,USA pronunciation: respelling(ik sēd)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
exceed [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (go over, surpass)ξεπερνάω, ξεπερνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  υπερβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The cost of the work exceeded £50,000.
 Το κόστος της εργασίας ξεπέρασε τις 50.000 λίρες Αγγλίας.
exceed [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (violate limits)υπερβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ξεπερνάω, ξεπερνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The employee exceeded his authority when he tried to tell a colleague how to behave at work.
 Ο εργαζόμενος υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς του όταν προσπάθησε να πει σ' ένα συνάδελφο πως να συμπεριφέρεται στη δουλειά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
exceed expectations,
exceed [sb]'s expectations
vtr + npl
(be better than expected)ξεπερνώ τις προσδοκίες κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The boss knew Nina was good at her job, but her latest project was so good, it exceeded his expectations.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'exceed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: exceed the [amount, weight, speed] of, exceed the [recommended] [amount, dose, dosage], exceed the [recommended, legal, maximum, permitted, required] [amount], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση exceed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'exceed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης