excavate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛkskəveɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɛkskəˌveɪt/ ,USA pronunciation: respelling(ekskə vāt′)

Inflections of 'excavate' (v): (⇒ conjugate)
excavates
v 3rd person singular
excavating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
excavated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
excavated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
excavate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (dig) (αρχαιολογία)κάνω ανασκαφή ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (επίσημο)ανασκάπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κατασκευαστικά έργα)κάνω εκσκαφή ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (καθομ: και για τα 2)σκάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The archaeologists spent three weeks excavating in the desert.
excavate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (dig up) (μέσω ανασκαφής)ανακαλύπτω, βρίσκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σπάνιο)ανασκάπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ξεθάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Dr. Edwards is famous for excavating the first dinosaur skeleton in this area.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'excavate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση excavate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'excavate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης