exasperated

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪgˈzɑːspəreɪtɪd/

From the verb exasperate: (⇒ conjugate)
exasperated is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: exasperated, exasperate

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
exasperated adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (infuriated, frustrated)εξοργισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The exasperated customer began to shout at the sales assistant. Daniel became exasperated when the phone disconnected.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
exasperate [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (frustrate, anger)εξοργίζω, εξαγριώνω, εκνευρίζω, αγανακτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'exasperated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση exasperated στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'exasperated'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης