examine

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪgˈzæmɪn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪgˈzæmɪn/ ,USA pronunciation: respelling(ig zamin)

Inflections of 'examine' (v): (⇒ conjugate)
examines
v 3rd person singular
examining
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
examined
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
examined
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
examine [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (investigate)εξετάζω, ερευνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The police examined the crime scene.
 Η αστυνομία ερεύνησε τον τόπο του εγκλήματος.
examine [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (interrogate, question)εξετάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The prosecution examined the witness.
 Ο κατήγορος εξέτασε τον μάρτυρα.
examine [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (check health)εξετάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The doctor examined the patient.
 Ο γιατρός εξέτασε τον ασθενή.
examine [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (inspect, look at)εξετάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The paleontologist examined the fossil.
examine [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (consider critically)εξετάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This essay examines the role of women in the works of Shakespeare.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
examine [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (test formally) (συχνά στην παθητική)εξετάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The school will examine its students in all their subjects at the end of the year.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
examine [sth/sb] closely vtr + adv (inspect)εξετάζω προσεκτικά ρ μ + επίρ
 The agent examined the evidence very closely.
reexamine [sth/sb],
also UK: re-examine [sth/sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(study or inspect again)επανεξετάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'examine' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: examine a [patient, dog, horse], the [doctor, surgeon, vet] examined the [patient], was examined by a [doctor], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση examine στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'examine'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης