WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
exam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial, abbreviation (test of knowledge) (τελικές)εξετάσεις ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (μεμονωμένη)εξέταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (συνήθως σχολείο)διαγώνισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The algebra exam was difficult.
 Οι εξετάσεις της άλγεβρας ήταν δύσκολες.
 Στην προφορική εξέταση πρέπει να τα πήγα καλά.
 Μας έκανε απροειδοποίητο διαγώνισμα Ιστορίας.
exam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial, abbreviation (medical inspection) (συχνά πληθυντικός)εξέταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ιατρική εξέταση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Each year I go back to the hospital for an exam to see if my condition is getting any better.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
A-level exam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (advanced school-leaving exam) (από το λύκειο)απολυτήριες εξετάσεις επίθ + ουσ θηλ
 Anna did her A-level exams last summer.
bar exam,
bar
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(examination for lawyers)εξετάσεις δικηγορικού συλλόγου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Even after you finish law school, you can't practise law till you pass the bar exam.
comprehensive examination,
comprehensive exam
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(thorough testing or investigation)διεξοδική εξέταση επίθ + ουσ θηλ
  προσεκτική εξέταση επίθ + ουσ θηλ
 We gave the dog a comprehensive examination but found no fleas.
 Περάσαμε τον σκύλο από διεξοδική εξέταση, αλλά δε βρήκαμε ψύλλους.
comprehensive examination,
comprehensive exam,
comprehensive
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
often plural (test covering a range of subjects) (συχνά πληθυντικός)εξέταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεγαλύτερη ακρίβεια)εξέταση εφ' όλης της ύλης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 He will graduate when he passes the comprehensive examination. She went to bed early because her comprehensives are tomorrow.
entrance examination,
entrance exam
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(admission test)εισαγωγικές εξετάσεις φρ ως ουσ θηλ πλ
 To be eligible for admission, you have to take an entrance examination.
eye exam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (inspection by an ophthalmologist)οφθαλμολογική εξέταση επίθ + ουσ θηλ
  οφθαλμολογικός έλεγχος επίθ + ουσ αρσ
eye exam,
eye test
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
colloquial (sight test)εξέταση όρασης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 You don't need to take another driving test to renew your license, you just have to take an eye exam to prove to the inspector that you can still see well enough to drive.
medical exam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial, abbreviation (medical examination)ιατρική εξέταση επίθ + ουσ θηλ
mock exam,
mock examination
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, colloquial (practice exam)πρόβα εξετάσεων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
oral,
oral exam,
oral examination
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, abbreviation (exam) (καθομιλουμένη)προφορικά επίθ ως ουσ ουδ πλ
  προφορικές εξετάσεις επίθ + ουσ θηλ πλ
 Elizabeth failed her French oral.
oral examination,
oral exam,
orals
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(examination conducted in spoken words)προφορική εξέταση επίθ + ουσ θηλ
 Many foreign language teachers give oral examinations to demonstrate a student's mastery of the spoken language.
oral examination,
oral exam,
orals
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(viva: spoken doctoral exam)προφορική εξέταση επίθ + ουσ θηλ
 My oral examination involves going before the proctors and defending my doctoral thesis.
oral examination,
oral exam
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(medical inspection of the mouth)στοματική εξέταση επίθ + ουσ θηλ
 An oral examination by the dentist revealed that I needed two fillings.
pass an exam v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." abbr (be successful in a formal test)περνάω την εξέταση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πανεπιστήμιο, σχολείο)περνάω το διαγώνισμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πανεπιστήμιο)περνάω το μάθημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Once you have passed the exam you will be awarded with a diploma.
pelvic examination,
pelvic exam,
pelvic
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(medical inspection of vagina and cervix)πυελική εξέταση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
placement examination,
placement exam,
placement test
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(assessment test)εξέταση αξιολόγησης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Many schools require a placement examination in order to decide which program is best for the student.
 Πολλά σχολεία ζητούν μια εξέταση αξιολόγησης, για να αποφασίσουν ποιο πρόγραμμα είναι το καλύτερο για το μαθητή.
preliminary examination,
preliminary exam,
prelim
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(preparatory test)προκαταρκτική εξέταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Preliminary examinations indicate that the patient is simply suffering from exhaustion. However, further tests should be conducted to rule out other causes.
 Οι προκαταρτικές εξετάσεις έδειξαν ότι ο ασθενής υποφέρει απλά από εξάντληση. Ωστόσο, περαιτέρω εξετάσεις θα διενεργηθούν προκειμένου να αποκλειστούν άλλα αίτια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'exam' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [physics, English, final, midterm, bar] exam, exam [questions, answers, results, preparation], [a theory, a practical, a written, an oral] exam, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση exam στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'exam'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης