everlasting

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɛvərˈlɑːstɪŋ/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌɛvɚˈlæstɪŋ, -ˈlɑstɪŋ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ev′ər lasting, -lästing)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
everlasting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (never ending)αιώνιος, παντοτινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Nothing in this world is truly everlasting.
everlasting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lasting a long time) (μεταφορικά)αιώνιος, παντοτινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The king promised the artist everlasting renown.
everlasting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (seemingly endless) (μεταφορικά)ατελείωτος, ατέλειωτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I cannot wait to get out of this everlasting meeting!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
everlasting pea,
perennial pea,
also UK: everlasting sweet pea,
perennial sweet pea
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(plant)αγριομπιζελιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  αγριομπίζελο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'everlasting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: our [relationship, bond, love] is everlasting, [strive, fight] for everlasting peace, looking for everlasting love, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση everlasting στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'everlasting'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης