established

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪˈstæblɪʃt/

Σε αυτή τη σελίδα: established, establish

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
established adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (order: existing)καθιερωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  υφιστάμενος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 People often accept the established order without question.
 Ο κόσμος συχνά αποδέχεται την καθιερωμένη κατάσταση χωρίς αμφισβήτηση.
established adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (company)αναγνωρισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  καταξιωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομ, μεταφορικά: δουλειά)στρωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The bank is happy to lend money to established businesses that are doing well.
 Η τράπεζα δανείζει πρόθυμα χρήματα σε αναγνωρισμένες επιχειρήσεις που ευδοκιμούν.
established adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (proven)καθιερωμένος, θεμελιωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  αποδεδειγμένος, εμπεριστατωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 We have to work on the basis of established knowledge on the subject.
 Θα πρέπει να εργαστούμε πάνω στο θέμα με βάση τις αποδεδειγμένες γνώσεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
establish vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (create)ιδρύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πολιτική)εγκαθιδρύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He decided to establish a hospital for sick children.
 Αποφάσισε να ιδρύσει νοσοκομείο για παιδιά.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η Κυπριακή Δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε με τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου.
establish [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (install)ιδρύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (υποκατάστημα, επιχείρηση)ανοίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The chain decided to establish a restaurant in every major city in the US.
 Η αλυσίδα αποφάσισε να ανοίξει εστιατόρια σε κάθε μεγάλη πόλη των ΗΠΑ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
establish [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make recognized)καθορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καθιερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 First, they had to establish the rules.
 Πρώτα, έπρεπε να καθορίσουν τους κανόνες.
establish vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make happen)επιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The police established order in the city.
 Η αστυνομία επέβαλε την τάξη στην πόλη.
establish vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (promulgate)δημοσιοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The miner staked out his site, to establish his claim.
 Ο μεταλλευτής οριοθέτησε με πασσάλους το οικόπεδό του, για να δημοσιοποιήσει τη διεκδίκησή του.
establish vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (demonstrate, prove)εξακριβώνω, διαπιστώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (παρουσιάζω στοιχεία)αποδεικνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταδεικνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The police had to establish whether the man was dead or if he was just missing.
 Η αστυνομία έπρεπε να εξακριβώσει (or: διαπιστώσει) αν ο άντρας ήταν νεκρός ή αν απλά έλειπε.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πρέπει πρώτα να αποδειχθεί η ενοχή του και μετά θα του επιβληθεί η κατάλληλη ποινή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
established | establish
ΑγγλικάΕλληνικά
established church (religion)επίσημα αναγνωρισμένη εκκλησία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
established fact nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] proven)εξακριβωμένο, αποδεδειγμένο γεγονός ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It is an established fact that children do better academically in single-sex schools.
long-established,
long established
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(old, long in existence)παλαιός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
long-established,
long established
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(long the norm)καθιερωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  πάγιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
pre-established adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (form or establish in advance)προκαθορισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  προσχεδιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  καθορισμένος εκ των προτέρων φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  σχεδιασμένος εκ των προτέρων φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
well established,
well-established
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(existing, proven from long ago)καθιερωμένος, παγιωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  πάγιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'established' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is an established [rule, fact] (that), is a well-established [fact, feature, approach], a firmly established [family, company, rule], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση established στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'established'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης