essence

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛsəns/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɛsəns/ ,USA pronunciation: respelling(esəns)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
essence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (basic nature)ουσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The essence of civilized behaviour is courtesy.
 Η ουσία της πολιτισμένης συμπεριφοράς είναι η ευγένεια.
essence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (main point)ουσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The essence of the politician's speech was that more spending cuts would be necessary.
 Η ουσία της ομιλίας του πολιτικού ήταν ότι θα χρειάζονταν περισσότερες περικοπές δαπανών.
essence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (alcohol, spirits)εσάνς ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Robert added brandy essence to his cake mix.
 Ο Ρόμπερτ πρόσθεσε εσάνς από μπράντι στη ζύμη του κέικ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
essence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (perfume)αιθέριο έλαιο επίθ + ουσ ουδ
 The perfumer diluted the essence to make an eau de toilette.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in essence advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (basically)βασικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  στην ουσία φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (επίσημο)κατ' ουσίαν φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Tanzania is, in essence, an agricultural country.
time is of the essence exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (act quickly)Ο χρόνος είναι χρήμα. έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Το γοργόν και χάριν έχει. έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
time is of the essence exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (law: contract must be fulfilled on time)Ο χρόνος είναι καθοριστικής σημασίας. περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'essence' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [human, spiritual, pure] essence, the essence of the [speech, book, story], the [book's, story's, movie's] essence is lost, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση essence στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'essence'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης