essayist

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛseɪɪst/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɛseɪɪst/ ,USA pronunciation: respelling(esā ist)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
essayist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (writer of essays)δοκιμιογράφος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση essayist στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'essayist'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης