essay

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛseɪ/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/n. ˈɛseɪ or, for 2, ɛˈseɪ; v. ɛˈseɪ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(n. esā for 1, 2; esā, e sā for 35; v. e sā)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
essay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (composition) (σχολείο)έκθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (πανεπιστήμιο)εργασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επιστημονικό κείμενο)δοκίμιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The student had an essay on Shakespeare due on Wednesday.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Γράψαμε μια έκθεση για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Έγραψε μια εργασία για την παγκοσμιοποίηση.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Έγραψε ένα δοκίμιο για την παγκοσμιοποίηση.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
essay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (attempt)απόπειρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  προσπάθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Patrick's essay at painting the sunset was a complete disaster.
 Η προσπάθεια του Πάτρικ να ζωγραφίσει το ηλιοβασίλεμα κατέληξε σε φιάσκο.
essay [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (try)προσπαθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αποπειρώμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It is a climb that even the hardiest are reluctant to essay.
 Είναι μια αναρρίχηση που ακόμη και οι πιο τολμηροί διστάζουν να προσπαθήσουν.
 Είναι μια αναρρίχηση που ακόμη και οι πιο τολμηροί διστάζουν να αποπειραθούν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
photo essay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reportage through a series of photographs)φωτογραφικό δοκίμιο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'essay' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: dated, UK: essayed a [leap, sprint, smile], an [interesting, engrossing] essay (on), essay [writing, questions], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση essay στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'essay'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης